Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

ΠΛΑΤΩΝ Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ





Δεν ξέρω, άνδρες Αθηναίοι, αν οι κατήγοροί μου σας επηρέασαν. Γιατί κι εμένα, λίγο ακόμα και θα με έκαναν να ξεχάσω ποιος είμαι. Τόσο πειστικά μιλούσαν. Αν και, εδώ που τα λέμε, δεν είπαν τίποτα το αληθινό. Πιο μεγάλη εντύπωση όμως από όλα τα ψέματα που είπαν μου έκανε αυτό: που έλεγαν ότι πρέπει να με προσέχετε, για να μην σας εξαπατήσω επειδή είμαι τάχα δεινός ρήτορας.
Αυτό μου φάνηκε το πιο αδιάντροπο ψέμα, γιατί είναι βέβαιο ότι θα διαψευσθούν ευθύς αμέσως έμπρακτα, καθώς θα αποδειχθεί ότι δεν είμαι τρομερός στο να μιλάω, εκτός αν αυτοί λένε δεινό ρήτορα όποιον λέει την αλήθεια. Αν λοιπόν θέλουν να πουν αυτό θα συμφωνούσα πως είμαι ρήτορας, αλλά όχι με τον τρόπο το δικό τους. Έτσι λοιπόν σας λέω, αυτοί είπαν, ελάχιστα ή και καθόλου, την αλήθεια, εσείς όμως από εμένα θα την ακούσετε ολόκληρη. Όχι, μα το Δία, άνδρες Αθηναίοι με δημηγορίες σαν τις δικές τους, ούτε καλλωπισμένα λόγια με κομψές φράσεις και λέξεις.
Αλλά θα ακούσετε τα σωστά λόγια, όπως μου έρθουν στο μυαλό, γιατί πιστεύω ότι είναι δίκαια όσα λέγω. Και κανείς σας να μην περιμένει τίποτε άλλο. Γιατί δεν είναι σωστό, άνδρες, σε αυτήν την ηλικία που βρίσκομαι, να έρθω σε σας πλάθοντας όμορφα λόγια σαν να ήμουν νεαρός. Και πρέπει να σας ζητήσω, άνδρες Αθηναίοι, μια χάρη από εσάς. Αν με ακούσετε να μιλάω με τα ίδια λόγια που έχω συνηθίσει να μιλάω και στην αγορά και στα τραπέζια, να μην απορήσετε και να μην θορυβηθείτε.
Γιατί συμβαίνει αυτό: Αν και είμαι εβδομήντα χρονών για πρώτη φορά ανεβαίνω σε βήμα δικαστηρίου. Δεν ξέρω λοιπόν την τέχνη της γλώσσας που χρησιμοποιείτε εδώ. Έτσι λοιπόν, όπως εάν πραγματικά ήμουν ξένος θα μου συγχωρούσατε το ότι θα μίλαγα με τη γλώσσα και με τον τρόπο που θα είχα ανατραφεί, έτσι και τώρα αυτό ακριβώς σας ζητώ, γιατί αυτό είναι δίκαιο, να με αφήσετε να εκφραστώ με τον τρόπο που θέλω, ίσως ωραία, ίσως άσχημα, όμως εσείς τούτο να προσέχετε και να έχετε στο νου σας, αν μιλάω δίκαια ή όχι. Γιατί αυτή είναι του δικαστή η αρετή, του ρήτορα δε είναι να λέγει τα αληθινά. Πρώτα λοιπόν είναι σωστό να απολογηθώ, άνδρες Αθηναίοι, για τις παλιότερες κατηγορίες που είπαν για μένα άδικα οι πρώτοι μου κατήγοροι, και μετά για τις επόμενες και τους επόμενους κατηγόρους.
Γιατί πολλοί κατήγοροί μου ήρθαν σε σας και στα περασμένα χρόνια, χωρίς να λένε τίποτα το αληθινό, και τους οποίους εγώ φοβάμαι περισσότερο παρά αυτούς που βρίσκονται τώρα γύρω από τον Άνυτο, αν και αυτοί εδώ είναι αρκετά επικίνδυνοι με τον τρόπο τους. Αλλά εκείνοι, οι παλιοί, είναι φοβερότεροι, άνδρες, οι οποίοι αφού παρέλαβαν πολλούς από εσάς από παιδιά ακόμη, σας έπειθαν και με κατηγορούσαν χωρίς να λένε καμιά αλήθεια, ότι τάχα υπάρχει κάποιος Σωκράτης, σοφός άνδρας, που ασχολείται με τα ουράνια φαινόμενα και έχει ψάξει όλα όσα βρίσκονται κάτω από τη γη, και κάνει τα άδικα λόγια να φαίνονται δίκαια.
Αυτοί, άνδρες Αθηναίοι, που έχουν διαδώσει αυτή τη φήμη, αυτοί είναι οι πιο φοβεροί μου κατήγοροι. Γιατί όσοι τους ακούνε νομίζουν ότι αυτοί που αναζητούν αυτά τα πράγματα δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν θεοί. Έπειτα αυτοί οι κατήγοροι είναι πολλοί και με κατηγορούν επί πολλά χρόνια, και ακόμη αυτά τα έλεγαν σε σας όταν ήσασταν σε μια ηλικία που εύκολα τους πιστεύατε, επειδή πολλοί από εσάς ήσασταν παιδιά, και μάλιστα μερικοί μωρά. Και κατηγορούσαν έναν απόντα που δεν μπορούσε να απολογηθεί για καμιά κατηγορία. Το πιο παράλογο από όλα είναι ότι ούτε τα ονόματά τους δεν γνωρίζω να πω εκτός από κάποιον ποιητή κωμωδιών. Όσοι δε με έχουν διαβάλλει από φθόνο και σας έπειθαν, και όσοι έχοντας οι ίδιοι πεισθεί μετά έπειθαν κι άλλους, αυτοί είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπισθούν. Γιατί δεν μπορώ ούτε να φέρω εδώ κανέναν από αυτούς ούτε να τον ελέγξω αλλά πρέπει να απολογούμαι σαν να παλεύω με σκιές και να κάνω ερωτήσεις χωρίς να παίρνω απάντηση. Θεωρήστε λοιπόν κι εσείς, σαν δεδομενο, αυτό που λέω κι εγώ, ότι οι κατήγοροί μου είναι δυο ειδών, αυτοί που με κατηγόρησαν τώρα τελευταία, κι εκείνοι που με κατηγορούν από παλιά, για τους οποίους σας μίλησα πριν λίγο.
Και να καταλάβετε ότι για εκείνους πρώτα πρέπει να απολογηθώ, γιατί κι εσείς εκείνους είχατε ακούσει πρώτα να με κατηγορούν, και μάλιστα για πολύ περισσότερο καιρό, απ' ότι αυτοί εδώ οι πρόσφατοι. Ας είναι. Πρέπει λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, να απολογηθώ και να επιχειρήσω να εξαφανίσω την ψεύτικη κατηγορία που τόσο πολύ χρόνο ακούγατε για μένα, μέσα σε τόσο λίγο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου.
Θα ήθελα λοιπόν να γίνει έτσι, αν το θεωρείτε σωστό και για σας και για μένα, και να απολογηθώ με επιτυχία. Ξέρω όμως ότι είναι δύσκολο και βλέπω αρκετά καλά γιατί. Ας γίνει όμως όπως θέλει ο θεός. Εγώ πρέπει να υπακούσω στο νόμο και να απολογηθώ. Ας εξετάσουμε λοιπόν από την αρχή ποια είναι η κατηγορία από την οποία ξεκίνησε η διαβολή εναντίον μου, στην οποία πιστεύοντας ο Μέλητος έκανε αυτή την καταγγελία. Ας δούμε τι έλεγαν οι κατήγοροί μου εκείνοι. Πρέπει λοιπόν, σαν να ήταν αληθινοί κατήγοροι, να σας διαβάσω το κατηγορητήριό τους. "Ο Σωκράτης είναι ένοχος και ερευνά ψάχνοντας αυτά που βρίσκονται κάτω από τη γη και στον ουρανό, επίσης κάνει τον άδικο λόγο να φαίνεται δίκαιος, και αυτά τα διδάσκει και σε άλλους".
Κάπως έτσι είναι. Γιατί αυτά βλέπετε και σεις οι ίδιοι στην κωμωδία του Αριστοφάνη, δηλαδή κάποιον Σωκράτη να περιφέρεται εκεί, να συζητά, να αεροβατεί και να φλυαρεί, πράγματα για τα οποία εγώ δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Και δεν τα λέω αυτά για να υποτιμήσω την επιστήμη αυτή, αν κάποιος είναι σοφός σε τέτοια ζητήματα - ούτε βέβαια για να αποφύγω αυτές τις κατηγορίες του Μελήτου - αλλά επειδή εγώ, άνδρες Αθηναίοι, δεν έχω καμιά σχέση με αυτά.
Έχω για μάρτυρες τους περισσότερους από εσάς, και σας παρακαλώ να πληροφορήσετε ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν όσοι με άκουσαν ποτέ να συζητάω. Και υπάρχουν πολλοί ανάμεσά σας τέτοιοι. Πείτε λοιπόν μεταξύ σας, αν κανείς από σας με άκουσε να συζητάω ποτέ, έστω και για λίγο, γι' αυτά τα θέματα. Και απ' αυτό θα καταλάβετε ότι τέτοιου είδους είναι και τα άλλα που λέει για μένα ο κόσμος. Τίποτα όμως από αυτά δεν είναι αλήθεια ούτε και αυτό αν το ακούσατε είναι αληθινό, ότι δηλαδή εγώ εκπαιδεύω ανθρώπους και παίρνω χρήματα γι' αυτή τη δουλειά.
Παρόλο που και αυτό μου φαίνεται ότι είναι καλό, αν δηλαδή κάποιος είναι ικανός να εκπαιδεύσει ανθρώπους, όπως ο Γοργίας, ο Λεοντίνος και ο Πρόδικος ο Κείος και ο Ιππίας ο Ηλείος. Γιατί ο καθένας από αυτούς άνδρες Αθηναίοι, μπορεί, πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη, να πείθει τους νέους - οι οποίοι έχουν την δυνατότητα, χωρίς να πληρώσουν τίποτα να συναναστρέφονται οποιονδήποτε θέλουν από τους συμπολίτες τους - να αφήνουν τις παρέες τους για να συναναστρέφονται αυτούς, πληρώνοντας χρήματα, και να τους χρωστούν από πάνω και ευγνωμοσύνη.
Επίσης υπάρχει κι ένας άλλος άνδρας σοφός εδώ, από την Πάρο καταγόμενος, που έμαθα ότι βρίσκεται στην πόλη μας. Έτυχε κάποτε να συναντήσω κάποιον άνθρωπο που έχει πληρώσει στους σοφιστές πολύ περισσότερα χρήματα από όσα όλοι οι άλλοι μαζί, τον Καλλία του Ιππονίκου. Τον ρώτησα λοιπόν - επειδή έχει και δυο γιους - : "Καλλία, αν αντί για τους δυο γιους σου είχες δυο πουλάρια ή δυο μοσχαράκια, δεν θα ήταν δύσκολο να βρούμε σε ποιον να τα εμπιστευτούμε και ποιον να μισθώσουμε για να μεγαλώσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Θα ήταν κάποιος εκπαιδευτής αλόγων ή κάποιος κτηματίας. Τώρα όμως που πρόκειται για ανθρώπους, σε ποιον πρόκειται να τους εμπιστευτείς; Ποιος είναι γνώστης αυτής της αρετής, που ταιριάζει στον άνθρωπο και στον πολίτη; Φαντάζομαι ότι θα έχεις σκεφτεί, αφού έχεις παιδιά. Υπάρχει κάποιος κατάλληλος ή όχι;
- Και βέβαια, μου είπε.
- Ποιος είναι, του είπα. Από πού κατάγεται; Και με πόσα χρήματα διδάσκει;
- Ο Εύηνος, απάντησε, Σωκράτη, από την Πάρο, με πέντε μνες.
Κι εγώ μακάρισα τον Εύηνο, αν όντως κατέχει αυτήν την τέχνη και διδάσκει τόσο καλά. Εγώ ο ίδιος θα υπερηφανευόμουν πολύ αν είχα δεξιότητες και γνώσεις τέτοιου είδους. Αλλά δεν έχω, άνδρες Αθηναίοι. Θα με ρωτούσε ίσως κάποιος από σας: "Μα Σωκράτη, εσύ με τι ασχολείσαι; Πως γεννήθηκαν αυτές οι κατηγορίες εναντίον σου; Γιατί βέβαια αν δεν σε απασχολούσαν πράγματα που δεν απασχολούν άλλους δεν θα δημιουργούσες τόση φήμη, ούτε θα γινόταν τόσος λόγος για σένα, αν δεν έκανες πράγματα που οι πολλοί δεν τα κάνουν. Πες μας λοιπόν τι είναι αυτό, για να μην υποθέτουμε εμείς διάφορα πράγματα για σένα".
Μου φαίνεται ότι σωστά θα μιλούσε όποιος έλεγε αυτά, και θα προσπαθήσω κι εγώ να βρω τι είναι αυτό που δημιούργησε τη φήμη μου και τις εναντίον μου κατηγορίες. Ακούτε λοιπόν προσεκτικά. Ίσως φανεί σε μερικούς από εσάς ότι αστειεύομαι. Να ξέρετε καλά όμως ότι θα σας πω όλη την αλήθεια. Εγώ λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, απέκτησα αυτό το όνομα απ' τη σοφία μου και μόνο. Και ποια είναι αυτή η σοφία; Αυτή που είναι, νομίζω, η ανθρώπινη σοφία. Πράγματι ίσως να την κατέχω αυτή τη σοφία. Ενώ αυτοί, για τους οποίους μιλούσα πριν λίγο, είναι σοφοί με μια σοφία ανώτερη από την ανθρώπινη, αλλιώς δεν ξέρω τι να πω.
Γιατί εγώ δεν τη γνωρίζω αυτή τη σοφία, τη δική τους, και όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο λέει ψέματα και το κάνει για να με διαβάλει. Και μην διαμαρτυρηθείτε με φωνές, άνδρες Αθηναίοι, αν σας φανεί ότι σας λέω κάτι υπερβολικό. Γιατί δεν είναι δικά μου τα λόγια που θα πω αλλά κάποιου πολύ αξιόπιστου. Γιατί της δικής μου σοφίας, αν έχω κάποια σοφία, όποια κι αν είναι, θα παρουσιάσω για μάρτυρα τον θεό των Δελφών. Γνωρίζετε βέβαια τον Χαιρεφώντα.
Αυτός ήταν παιδικός μου φίλος και ήταν και δικός σας φίλος, του λαού, και είχε εξοριστεί τότε μαζί σας, και ξαναγύρισε μαζί σας εδώ. Και ξέρετε βέβαια τι χαρακτήρα είχε ο Χαιρεφώντας, πόσο υπερβολικός ήταν σε ό,τι έκανε. Κάποτε λοιπόν που πήγε στους Δελφούς, τόλμησε να ρωτήσει το μαντείο το εξής: - γι' αυτό που θα πω μην βάλετε τις φωνές, άνδρες - ρώτησε λοιπόν αν υπάρχει κάποιος σοφότερος από μένα. Απάντησε τότε η Πυθία ότι κανένας δεν είναι σοφότερος. Και γι' αυτά τα πράγματα είναι μάρτυρας αυτός εδώ, ο αδελφός του, γιατί εκείνος έχει πεθάνει.
Προσέξτε τώρα γιατί σας τα λέω αυτά. Γιατί πρόκειται να σας εξηγήσω πως γεννήθηκε η ψεύτικη κατηγορία εναντίον μου. Όταν τα άκουσα λοιπόν αυτά, σκέφτηκα έτσι: "Τι είναι αυτά που λέει ο θεός και τι να εννοεί; Γιατί εγώ ξέρω πως δεν είμαι καθόλου σοφός. Τι λέει λοιπόν πως είμαι πιο σοφός απ' όλους; Δεν μπορεί βέβαια να λέει ψέματα. Δεν είναι δυνατόν αυτό". Και για πολύν καιρό απορούσα τι ήθελε να πει. Πολύ αργότερα άρχισα να εξετάζω το ζήτημα με τον τρόπο που θα σας πω. Πήγα σε κάποιον απ' αυτούς που θεωρούνται σοφοί, γιατί ίσως εκεί θα μπορούσα να ελέγξω το μαντείο και να πω στον χρησμό: "Αυτός εδώ είναι σοφότερος από μένα, ενώ εσύ είπες ότι εγώ είμαι". Εξετάζοντάς τον λοιπόν σε βάθος αυτόν - δεν χρειάζεται να πω το όνομά του, - ήταν κάποιος από τους πολιτικούς - εξετάζοντάς τον λοιπόν και συζητώντας μαζί του, έπαθα το εξής, άνδρες Αθηναίοι: μου φάνηκε ότι αυτός ο άνδρας φαινόταν σοφός και σε πολλούς άλλους ανθρώπους και προπαντός στον εαυτό του, ενώ δεν ήταν. Και έπειτα προσπαθούσα να του αποδείξω ότι νόμιζε πως ήταν σοφός, ενώ δεν ήταν. Μ' αυτόν τον τρόπο όμως με αντιπάθησε και αυτός και πολλοί από τους παρόντες.
Εγώ λοιπόν καθώς έφευγα σκεφτόμουν ότι: "Απ' αυτόν τον άνθρωπο εγώ είμαι σοφότερος. Γιατί, όπως φαίνεται, κανένας από τους δύο μας δεν γνωρίζει τίποτα σπουδαίο. Όμως αυτός νομίζει ότι γνωρίζει ενώ δεν γνωρίζει. Ενώ εγώ δεν γνωρίζω βέβαια τίποτα, αλλά ούτε και νομίζω ότι γνωρίζω. Φαίνεται ότι από εκείνον, γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, είμαι λίγο σοφότερος, γιατί εκείνα που δεν γνωρίζω δεν νομίζω ότι τα γνωρίζω. Μετά πήγα σε κάποιον άλλον, από εκείνους που θεωρούνται σοφότεροι απ' αυτόν, και κατάλαβα ότι συμβαίνει και μ' αυτόν ακριβώς το ίδιο. Έτσι με αντιπάθησε κι εκείνος και πολλοί άλλοι.
Μετά απ' αυτά συνέχισα να πηγαίνω και σε άλλους, παρ' όλο που ένιωθα - και λυπόμουν και φοβόμουν - πως γινόμουν μισητός, ωστόσο μου φαινόταν ότι ήταν αναγκαίο να προτιμήσω να ερευνήσω τα λόγια του θεού. Έπρεπε λοιπόν να πάω, εξετάζοντας τι θέλει να πει ο χρησμός, σε όλους που θεωρούνταν ότι γνωρίζουν κάτι.
Και μα τον κύνα, άνδρες Αθηναίοι, - γιατί πρέπει να σας πω την αλήθεια - να τι μου συνέβη: Οι πιο φημισμένοι μου φάνηκαν να ξέρουν σχεδόν τα λιγότερα, όταν τους εξέταζα σύμφωνα με τα λόγια του θεού, ενώ άλλοι, που φαίνονταν κατώτεροι, ήταν πιο συνετοί άνδρες. Πρέπει λοιπόν αυτή την περιπλάνησή μου να σας τη διηγηθώ, σαν άθλους που κατόρθωσα να πραγματοποιήσω, για να μην αφήσω ανεπιβεβαίωτο το χρησμό. Μετά λοιπόν από τους πολιτικούς, πήγα στους ποιητές, κι εκείνους των τραγωδιών κι εκείνους των διθυράμβων και τους άλλους, με σκοπό να πιάσω εδώ τον εαυτό μου να είμαι αμαθέστερος απ' αυτούς. Φέρνοντας λοιπόν μαζί μου εκείνα από τα ποιήματά τους που μου φαινόταν ότι τα έχουν δουλέψει περισσότερο, τους ζητούσα να μου εξηγήσουν τι λένε, για να μάθω ταυτόχρονα και κάτι απ' αυτούς. Ντρέπομαι λοιπόν να σας πω, άνδρες, την αλήθεια. Πρέπει όμως να σας την πω. Με λίγα λόγια, σχεδόν όλοι όσοι είναι παρόντες θα μπορούσαν να μιλήσουν καλύτερα για τα έργα τους απ' αυτούς τους ίδιους. Δεν άργησα να αντιληφθώ ότι και για τους ποιητές ισχύει αυτό εδώ, ότι δηλαδή δεν δημιουργούν με τη σοφία, αλλά με κάποιο φυσικό χάρισμα, με κάποια έμπνευση ανάλογη μ' εκείνη των μάντεων και των χρησμωδών.
Γιατί πράγματι αυτοί λένε πολλά και καλά, αλλά δεν γνωρίζουν τίποτα γι' αυτά που λένε. Αυτό μου φαίνεται ότι έχουν πάθει και οι ποιητές. Και ταυτόχρονα κατάλαβα ότι εξαιτίας του ποιητικού τους ταλέντου νομίζουν ότι και στα άλλα είναι οι πιο σοφοί από τους ανθρώπους, ενώ δεν είναι. Έφυγα λοιπόν και από εκεί με τη σκέψη ότι έχω το ίδιο πλεονέκτημα απέναντί τους, όπως και με τους πολιτικούς. Στο τέλος πήγα στους χειροτέχνες. Γιατί ήξερα ότι εγώ δεν γνωρίζω τίποτα, ήξερα όμως ότι αυτούς θα τους εύρισκα να γνωρίζουν πολλά και καλά. Και σ' αυτό δεν διαψεύστηκα, γιατί γνώριζαν αυτά που εγώ δεν γνώριζα και ως προς αυτά ήταν σοφότεροι από εμένα. Αλλά, άνδρες Αθηναίοι, μου φάνηκαν να έχουν το ίδιο ελάττωμα με τους ποιητές και οι καλοί καλλιτέχνες. Επειδή ασκούσε καλά την τέχνη του ο καθένας απ' αυτούς, νόμιζε ότι και στα άλλα είναι πάρα πολύ σοφός, και αυτό το σφάλμα τους σκίαζε κι εκείνη τη σοφία που πράγματι κατείχαν.
Έτσι λοιπόν κατέληξα να αναρωτιέμαι - για να δικαιώσω το χρησμό - τι από τα δύο θα προτιμούσα, να είμαι όπως είμαι, δηλαδή να μην είμαι ούτε σοφός με τη δικιά τους σοφία αλλά ούτε και αμαθής με τη δικιά τους αμάθεια, ή να είμαι και σοφός και αμαθής όπως εκείνοι. Απαντούσα λοιπόν και στον εαυτό μου και στον χρησμό ότι είναι καλύτερα να είμαι όπως είμαι. Από αυτήν τη συνήθεια, άνδρες Αθηναίοι, γεννήθηκαν πολλές έχθρες εναντίον μου και μάλιστα τόσο δυσάρεστες και βαριές, ώστε να γεννηθούν απ' αυτές πολλές συκοφαντίες και να μου βγει η φήμη ότι είμαι σοφός. Γιατί κάθε φορά που αποδεικνύω την άγνοια κάποιου, νομίζουν οι παρόντες ότι είμαι σοφός σ' αυτά που εκείνος δεν γνωρίζει. Όπως φαίνεται όμως, άνδρες, ο θεός μόνο είναι πράγματι σοφός και μ' αυτόν το χρησμό αυτό λέει, ότι η ανθρώπινη σοφία έχει μικρή αξία, ίσως και καμία. Και πιθανόν να υποδεικνύει τον Σωκράτη, και να χρησιμοποιεί το όνομά μου φέροντάς με για παράδειγμα, σα να ήθελε να πει: "Εκείνος από σας είναι, άνθρωποι, ο σοφότερος που, σαν το Σωκράτη, γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι διόλου σοφός". Όλα αυτά λοιπόν εγώ ακόμα και τώρα τα στριφογυρίζω στο μυαλό μου, τα εξετάζω και τα ερευνώ, ακολουθώντας τα λόγια του θεού, κάθε φορά που νομίσω ότι κάποιος είναι σοφός, είτε συμπολίτης μας είτε ξένος. Και όταν έχω την αίσθηση ότι δεν είναι σοφός, βοηθώ τον θεό αποδεικνύοντάς το. Έτσι, όντας απασχολημένος μ' αυτό το έργο δεν ευκαιρώ ούτε για την πόλη να κάνω τίποτα αξιόλογο ούτε για την οικογένειά μου, αλλά βρίσκομαι σε φοβερή φτώχεια υπηρετώντας το θεό.
Εκτός από αυτά όμως οι νέοι που με ακολουθούν με τη θέλησή τους - και είναι εκείνοι που έχουν τον περισσότερο χρόνο διαθέσιμο, οι πιο πλούσιοι - ευχαριστιούνται να με ακούνε να εξετάζω τους ανθρώπους και πολλές φορές με μιμούνται κι αυτοί. Προσπαθούν έπειτα, να εξετάσουν και οι ίδιοι, άλλους. Και βρίσκουν, όπως φαίνεται, μεγάλη αφθονία από ανθρώπους που νομίζουν ότι γνωρίζουν κάτι, ενώ λίγα πράγματα μόνο γνωρίζουν ή ακόμα και τίποτα. Τότε όσοι εξετάζονται εξοργίζονται με εμένα αλλά όχι μ' εκείνους. Λένε μάλιστα ότι υπάρχει κάποιος άθλιος Σωκράτης που διαφθείρει τους νέους.
Και όταν τους ρωτάει κανείς τι κάνει και τι διδάσκει για να πετυχαίνει κάτι τέτοιο, δεν έχουν τι να απαντήσουν γιατί δεν το ξέρουν. Για να μη φανεί όμως ότι δεν έχουν τι να πουν, λένε ό,τι έχουν πρόχειρο εναντίον των φιλοσόφων γενικώς, "πως ερευνά ό,τι συμβαίνει στον ουρανό και κάτω από τη γη", "ότι δεν πιστεύει σους θεούς" και "ότι κάνει αυτό που είναι λάθος να φαίνεται για σωστό". Γιατί την αλήθεια νομίζω, δεν θα ήθελαν να πουν, ότι δηλαδή προσποιούνται ότι γνωρίζουν, ενώ τίποτα δεν γνωρίζουν. Καθώς είναι λοιπόν φιλόδοξοι και φανατικοί και πολλοί, και μιλάνε όλοι μαζί και πειστικά για μένα, έχουν γεμίσει τα αυτιά σας και από παλιά και τώρα συκοφαντώντας με άγρια. Απ' αυτούς είναι και ο Μέλητος και ο Άνυτος και ο Λύκων που μου επιτέθηκαν, ο Μέλητος οργιζόμενος για λογαριασμό των ποιητών, ο Άνυτος υπερασπιζόμενος τους πολιτικούς και ο Λύκων τους ρήτορες.
Ώστε, όπως έλεγα στην αρχή, θα απορούσα αν κατόρθωνα να βγάλω από το μυαλό σας σε τόσο λίγο χρόνο αυτές τις συκοφαντίες που έχουν συσσωρευτεί. Αυτή είναι, άνδρες Αθηναίοι, η αλήθεια, και σας τη λέω χωρίς να σας κρύψω τίποτα απολύτως και χωρίς να παραποιήσω τίποτα. Παρ' όλο που ξέρω ότι για τον ίδιο λόγο σας γίνομαι μισητός. Αυτό άλλωστε είναι απόδειξη ότι λέω την αλήθεια και ότι από εδώ ξεκινούν οι συκοφαντίες και ότι αυτές είναι οι αιτίες τους.
Και είτε τώρα είτε άλλοτε να εξετάσετε αυτά, θα βρείτε ότι έτσι είναι. Για όσα λοιπόν με κατηγορούσαν οι πρώτοι μου κατήγοροι, αρκεί για σας αυτή μου η απολογία. Στον Μέλητο τώρα, τον καλό και αφοσιωμένο στην πόλη, όπως λένε, και στους πρόσφατους κατηγόρους μου, θα προσπαθήσω να απολογηθώ. Πάλι λοιπόν, επειδή πρόκειται για διαφορετικούς κατηγόρους, ας ακούσουμε το κατηγορητήριό τους. Λέει λοιπόν περίπου τα εξής: Λένε ότι ο Σωκράτης είναι ένοχος επειδή διαφθείρει τους νέους και δεν πιστεύει στους θεούς της πόλης, αλλά σε άλλες καινούργιες θεότητες.
Αυτή λοιπόν είναι η κατηγορία. Ας την εξετάσουμε λεπτομερώς. Λέει λοιπόν ότι είμαι ένοχος επειδή διαφθείρω τους νέους. Εγώ όμως, λέω, άνδρες Αθηναίοι, ότι είναι ένοχος ο Μέλητος, επειδή αστειεύεται σοβαρά, σέρνοντας με μεγάλη επιπολαιότητα ανθρώπους στα δικαστήρια, προσποιούμενος ότι ενδιαφέρεται και φροντίζει για πράγματα για τα οποία ποτέ δε νοιάστηκε. Και θα προσπαθήσω να σας αποδείξω ότι πράγματι έτσι είναι. Έλα λοιπόν, Μέλητε, και πες μας: Υπάρχει τίποτα άλλο που να σε ενδιαφέρει πιο πολύ από τη βελτίωση των νέων;
- Όχι βέβαια. Έλα λοιπόν, πες σ' αυτούς εδώ, ποιος τους κάνει καλύτερους; Γιατί είναι φανερό ότι το ξέρεις, αφού ενδιαφέρεσαι. Έχοντας βρει εκείνον που τους διαφθείρει, όπως λες, με φέρνεις εδώ ενώπιον των δικαστών και με κατηγορείς. Έλα, πες μας τώρα, ποιος τους κάνει καλύτερους. Φανέρωσέ τον σ' όσους μας ακούν.
Βλέπεις, Μέλητε, ότι σιωπάς, ότι δεν έχεις τι να πεις; Δεν νομίζεις ότι η σιωπή σου είναι ντροπή, ότι αποτελεί αρκετή απόδειξη για τον ισχυρισμό μου, ότι δε νοιάζεσαι καθόλου γι' αυτό το ζήτημα; Αλλά πες μας, φίλε μου, ποιος κάνει τους νέους καλύτερους;
- Οι νόμοι.
- Μα δεν ρωτάω αυτό, αγαπητέ μου, αλλά ποιος άνθρωπος, ο οποίος βέβαια θα έχει πρώτα μάθει και τους νόμους.
- Αυτοί, Σωκράτη, οι δικαστές.
- Τι λες, Μέλητε; Αυτοί εδώ είναι ικανοί να μορφώνουν τους νέους και να τους κάνουν καλύτερους;
- Ασφαλώς.
- Όλοι γενικά ή μόνο μερικοί απ' αυτούς;
- Όλοι γενικά.
- Καλά τα λες, μα την Ήρα. Μεγάλη έχουμε αφθονία από ωφέλιμους ανθρώπους. Και αυτοί εδώ οι ακροατές τους κάνουν καλύτερους ή όχι;
- Και αυτοί.
- Και οι βουλευτές;
- Και οι βουλευτές.
- Μήπως τότε, Μέλητε, τα μέλη της εκκλησίας του δήμου, οι εκκλησιαστές, διαφθείρουν τους νεότερους; Ή κι εκείνοι, όλοι γενικά, τους κάνουν καλύτερους;
- Κι εκείνοι.
- Όλοι λοιπόν, όπως φαίνεται, οι Αθηναίοι τους κάνουν καλούς και άξιους εκτός από μένα, και μόνον εγώ τους διαφθείρω. Έτσι λες;
- Έτσι ακριβώς.
- Πόσο δυστυχισμένο με θεωρείς! Απάντησέ μου όμως: νομίζεις ότι και με τα άλογα συμβαίνει το ίδιο ; Όλοι οι άνθρωποι μπορούν να τα κάνουν καλύτερα, και μόνο ένας είναι που τα χαλάει;
Ή συμβαίνει εντελώς το αντίθετο, και μόνο ένας μπορεί να τα κάνει καλύτερα, ή πολύ λίγοι μόνο, οι ιπποκόμοι; Ενώ οι άλλοι, οι πολλοί, όταν ασχολούνται με άλογα και τα χρησιμοποιούν, τα χαλάνε; Δεν ισχύει αυτό, Μέλητε, και για τα άλογα και για όλα τα άλλα ζώα; Ισχύει, είτε το παραδεχτείτε εσύ κι ο Άνυτος είτε όχι. Θα ήταν λοιπόν πολύ ευτυχισμένοι οι νέοι αν ένας μόνο τους διέφθειρε και όλοι οι άλλοι τους ωφελούσαν.
Αλλά όμως, Μέλητε, είναι ολοφάνερο πως ποτέ δεν φρόντισες για τους νέους και απέδειξες καθαρά την αμέλειά σου, ότι ποτέ δεν ενδιαφέρθηκες για τα πράγματα για τα οποία με κατηγορείς. Πες μας ακόμα, στο όνομα του Δία, Μέλητε, τι είναι καλύτερο, να ζεις ανάμεσα σε καλούς πολίτες ή σε κακούς; Έλα φίλε μου, απάντησε. Δεν σε ρωτάω τίποτα δύσκολο. Οι κακοί δεν βλάπτουν πάντοτε εκείνους που βρίσκονται κοντά τους, και οι καλοί δεν τους ωφελούν;
- Ασφαλώς.
- Υπάρχει λοιπόν κανένας που θα ήθελε να βλάπτεται από τους δικούς του, και όχι να ωφελείται; Απάντησε, αγαπητέ μου. Ο νόμος προστάζει να απαντήσεις. Υπάρχει κανένας που θα ήθελε να βλάπτεται;
- Όχι βέβαια.
- Έλα λοιπόν, πες μας, με κατηγορείς εδώ ότι διαφθείρω τους νέους και τους κάνω κακούς; Γίνεται αυτό με τη θέλησή μου ή χωρίς τη θέλησή μου;
- Με τη θέλησή σου βέβαια.
- Τι είναι αυτά που λες, Μέλητε; Είσαι τόσο σοφότερος εσύ από μένα, παρ' όλο που είσαι τόσο νεότερός μου, ώστε ενώ ξέρεις ότι οι κακοί βλάπτουν πάντοτε εκείνους που βρίσκονται κοντά τους και οι καλοί τους ωφελούν, λες ότι εγώ έχω φτάσει σε τέτοιο σημείο αμάθειας που με το να μην με ενδιαφέρει αν κάνω κάποιον από τους γύρω μου να γίνει κακός, μπαίνω κι εγώ ο ίδιος στον κίνδυνο να μου κάνει κάτι κακό; Και αυτό το τόσο μεγάλο κακό το κάνω, όπως λες, με τη θέλησή μου; Δεν με πείθεις γι' αυτό, Μέλητε, και θαρρώ πως κανέναν άλλον δεν πείθεις. Αλλά ή δεν τους διαφθείρω, ή, αν τους διαφθείρω, το κάνω χωρίς να το θέλω. Πάντως εσύ και στις δύο περιπτώσεις λες ψέματα.
Αν όμως τους διαφθείρω χωρίς τη θέλησή μου, για τέτοια αθέλητα σφάλματα ο νόμος δεν ορίζει να με φέρεις στο δικαστήριο, αλλά να με πάρεις ιδιαιτέρως, και να με συμβουλεύσεις και να με νουθετήσεις. Γιατί είναι φανερό ότι, αφού το καταλάβω, θα πάψω να κάνω ό,τι έκανα ακούσια. Εσύ όμως απέφυγες να το κάνεις αυτό και δεν θέλησες να έρθεις να με βρεις και να με νουθετήσεις. Και με φέρνεις σ' αυτό το δικαστήριο, όπου ο νόμος ορίζει να φέρνουν εκείνους που χρειάζονται τιμωρία και όχι εκείνους που χρειάζονται νουθεσία. Αλλά, άνδρες Αθηναίοι, είναι πια φανερό εκείνο που ήδη έλεγα, ότι δηλαδή ο Μέλητος δε νοιάστηκε ποτέ στο ελάχιστο γι' αυτά. Όμως πες μας: Με ποιον τρόπο Μέλητε, λες ότι διαφθείρω τους νεότερους; Όπως φαίνεται και από την καταγγελία σου, διδάσκοντάς τους να μην πιστεύουν στους θεούς που πιστεύει η πόλη, αλλά σε άλλους καινούργιους δαίμονες; Δεν λες ότι διδάσκοντας αυτά τους διαφθείρω;
- Ακριβώς αυτά λέω.
- Στο όνομα λοιπόν αυτών των θεών για τους οποίους γίνεται τώρα λόγος, Μέλητε, εξήγησέ μας με μεγαλύτερη σαφήνεια και σε μένα και σ' αυτούς εδώ τους άνδρες, γιατί εγώ δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς θέλεις να πεις. Λες ότι διδάσκω να πιστεύουν ότι υπάρχουν μερικοί θεοί - άρα και εγώ πιστεύω ότι υπάρχουν θεοί και δεν είμαι εντελώς άθεος και δεν μπορώ να κατηγορηθώ γι' αυτό - αλλά ότι δεν είναι αυτοί της πόλης, αλλά άλλοι, και γι' αυτό ακριβώς με κατηγορείς, επειδή είναι άλλοι; Ή ισχυρίζεσαι ότι δεν έχω πίστη στους θεούς, πράγμα που διδάσκω και στους άλλους;
- Ακριβώς, λέω ότι δεν πιστεύεις καθόλου στους θεούς.
- Καλέ μου Μέλητε, πως τα λες αυτά;
Δεν πιστεύω λοιπόν ούτε για τον ήλιο ούτε για τη σελήνη ότι είναι θεοί, όπως οι άλλοι άνθρωποι;
- Μα τον Δία, άνδρες δικαστές, για τον ήλιο λεει ότι είναι πέτρα και για τη σελήνη ότι είναι γη.
- Τον Αναξαγόρα νομίζεις ότι κατηγορείς, αγαπητέ μου Μέλητε. Και τόσο μικρή ιδέα έχεις γι' αυτούς εδώ, τους θεωρείς τόσο αγράμματους, ώστε να μη γνωρίζουν ότι τα βιβλία του Αναξαγόρα του Κλαζομένιου είναι γεμάτα από τέτοια λόγια; Από εμένα θα τα μάθαιναν αυτά οι νέοι, ενώ θα μπορούσαν, όποτε ήθελαν, να αγοράσουν τα βιβλία αυτά από την ορχήστρα του θεάτρου με μια δραχμή, και να κοροϊδεύουν το Σωκράτη, αν υποστηρίζει ότι είναι δικά του, πράγματα μάλιστα τόσο περίεργα. Αλλά, στο όνομα του Δία, έτσι σου φαίνομαι; Ότι δεν πιστεύω σε κανένα θεό;
- Όχι, μα το Δία, σε κανέναν απολύτως.
- Ούτε τον εαυτό σου, Μέλητε, μου φαίνεται ότι δεν πιστεύεις πια. Αυτός εδώ μου φαίνεται, άνδρες Αθηναίοι, ότι σας περιφρονεί πολύ και ότι είναι τελείως αναίσχυντος, και ότι έκανε αυτή την καταγγελία από αλαζονεία και αναισχυντία και νεανική επιπολαιότητα. Φαίνεται σα να έχει φτιάξει ένα γρίφο για να με δοκιμάσει:
"Θα καταλάβει άραγε ο Σωκράτης ο σοφός ότι αστειεύομαι και ότι αντιφάσκω ή θα τον εξαπατήσω και αυτόν και τους άλλους που με ακούνε;" Γιατί νομίζω πως είναι φανερό ότι ο ίδιος αντιφάσκει στην καταγγελία του και είναι σαν να έλεγε: "Ο Σωκράτης είναι ένοχος επειδή δεν πιστεύει στους θεούς, πιστεύοντας όμως στους θεούς". Μα είναι αστείο. Εξετάστε κι εσείς μαζί μου, άνδρες, πως αντιλαμβάνομαι αυτά που λέει. Κι εσύ απάντησέ μας, Μέλητε. Όσο για σας, θυμηθείτε αυτό που σας ζήτησα από την αρχή, και μη διαμαρτύρεσθε όταν μιλάω με το συνηθισμένο μου τρόπο.
Είναι κανένας, Μέλητε, από τους ανθρώπους που να πιστεύει ότι υπάρχουν ανθρώπινα πράγματα και να μην πιστεύει ότι υπάρχουν άνθρωποι; Ας μου απαντήσει, άνδρες, και ας μη διαμαρτύρεται λέγοντας άλλα αντί άλλων. Είναι κανένας που να μην πιστεύει ότι υπάρχουν άλογα, αλλά να πιστεύει ότι υπάρχει ιππασία; Ή που ενώ δεν πιστεύει ότι υπάρχουν αυλητές, πιστεύει ότι υπάρχει αυλητική τέχνη; Δεν είναι δυνατόν αυτό, φίλε μου. Κι αν εσύ δεν θέλεις να απαντήσεις, στο λέω εγώ, και σ' εσένα και σ' αυτούς εδώ. Απάντησέ μου όμως τουλάχιστον σ' αυτό που σε ρωτάω τώρα: είναι κανείς που να πιστεύει στη δύναμη των θεοτήτων και να μην πιστεύει ότι υπάρχουν θεότητες;
- Δεν είναι δυνατόν αυτό.
- Με βοηθάς απαντώντας έτσι, έστω και με το ζόρι, επειδή αναγκάζεσαι απ' αυτούς εδώ να το κάνεις. Λες λοιπόν ότι και πιστεύω στη δύναμη των θεοτήτων, και διδάσκω ότι υπάρχουν, είτε πρόκειται για καινούργιες είτε για παλιες, αλλά πάντως πιστεύω στη δύναμη των θεοτήτων, σύμφωνα με τα λόγια σου, και μάλιστα αυτό το αναφέρεις και στην ένορκη καταγγελία σου. Αλλά αν πιστεύω στη δύναμή τους, είναι απολύτως αναγκαίο να πιστεύω ότι υπάρχουν θεότητες. Δεν είναι έτσι; Ασφαλώς. Σε βάζω να συμφωνείς μαζί μου, επειδή δεν απαντάς. Τις θεότητες λοιπόν δεν τις θεωρούμε είτε θεούς είτε παιδιά των θεών; Συμφωνείς ή όχι;
- Βέβαια.
- Αν λοιπόν πιστεύω στις θεότητες, όπως λες εσύ, αν μεν είναι κάποιοι θεοί οι δαίμονες, τότε δεν ισχύει ο ισχυρισμός μου, ότι μιλάς με γρίφους και μας κοροϊδεύεις; Γιατί λες ότι εγώ δεν πιστεύω στους θεούς αλλά ταυτόχρονα και ότι πιστεύω, εφόσον πιστεύω στις θεότητες. Αν πάλι οι θεότητες είναι παιδιά θεών, είτε νόθα είτε από νύμφες είτε από άλλες μητέρες, όπως λένε, ποιος από τους ανθρώπους θα πίστευε ότι ενώ υπάρχουν παιδιά των θεών, δεν υπάρχουν θεοί;
Το ίδιο παράλογο θα ήταν να πίστευε κανείς ότι υπάρχουν παιδιά των αλόγων και των γαϊδουριών, τα μουλάρια, αλλά να μην πίστευε ότι υπάρχουν άλογα και γαϊδούρια. Όχι, Μέλητε, δεν είναι δυνατόν να τα έγραψες αυτά στην καταγγελία σου για άλλο λόγο παρά μόνο γιατί δεν έβρισκες κανένα αληθινό αδίκημα για να με κατηγορήσεις. Αλλά δεν υπάρχει κανένας τρόπος να πείσεις κάποιον άνθρωπο, ακόμα κι αν έχει ελάχιστη νοημοσύνη, ότι μπορεί κάποιος που πιστεύει στη δύναμη των θεοτήτων να μην πιστεύει στη δύναμη των θεών, ή το αντίθετο, ότι μπορεί κάποιος που δεν πιστεύει σε θεότητες να πιστεύει είτε στους θεούς είτε στους ήρωες.
Αλλά, άνδρες Αθηναίοι, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να αποδείξω με περισσότερα επιχειρήματα ότι δεν ευσταθεί η κατηγορία του Μέλητου. Αρκούν αυτά που είπα. Εκείνο όμως που έλεγα προηγουμένως, ότι προκάλεσα τη μεγάλη εχθρότητα πολλών ανθρώπων, είναι απολύτως αληθινό. Και αυτό είναι που θα με καταστρέψει, αν με καταστρέψει: δεν θα είναι ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος, αλλά οι συκοφαντίες και ο φθόνος των πολλών. Αυτά στ' αλήθεια κατέστρεψαν και νομίζω θα καταστρέψουν στο μέλλον πολλούς άλλους δίκαιους ανθρώπους.
Γιατί δεν πιστεύω ότι θα σταματήσει σ' εμένα το κακό.
Θα μπορούσε όμως να πει κανείς: "Δεν ντρέπεσαι, Σωκράτη, που έχεις κάνει τέτοια πράγματα ώστε τώρα να κινδυνεύεις να πεθάνεις;" Κι εγώ τότε θα του έδινα τη σωστή απάντηση, λέγοντας ότι: "Κάνεις λάθος, άνθρωπε, αν νομίζεις πως ένας άνδρας που θέλει να ωφελήσει έστω και λίγο τους άλλους πρέπει να υπολογίζει τον κίνδυνο αν θα ζήσει ή αν θα πεθάνει. Ενώ το μόνο που πρέπει να σκέφτεται, όταν ενεργεί, είναι αν ενεργεί δίκαια ή άδικα και αν η συμπεριφορά του είναι καλού ή κακού ανθρώπου.
Γιατί τότε θα ήταν ανάξιοι, σύμφωνα με τα λεγόμενά σου, όσοι από τους ημίθεους σκοτώθηκαν στην Τροία, και όλοι οι άλλοι, και ο γιος της Θέτιδας. Αυτός τόσο πολύ περιφρονούσε τον κίνδυνο, μπροστά στο ενδεχόμενο να ντροπιαστεί, ώστε, όταν του είπε η μητέρα του, που ήταν θεά, τότε που ήθελε να σκοτώσει τον Έκτορα, τα εξής παρακάτω - αν θυμάμαι καλά - λόγια: "Παιδί μου, αν εκδικηθείς το φόνο του φίλου σου του Πατρόκλου και σκοτώσεις τον Έκτορα, θα πεθάνεις κι εσύ. Γιατί αμέσως μετά τον Έκτορα θα έρθει και το δικό σου τέλος", εκείνος - ενώ τα άκουσε αυτά - αδιαφόρησε για τον θάνατο και τον κίνδυνο, και πιο πολύ φοβήθηκε να ζήσει σαν δειλός που εκδίκηση δεν παίρνει για τους φίλους του.
"Ας πεθάνω αμέσως, είπε, φτάνει να τιμωρήσω εκείνον που έφταιξε και να μη μένω πια εδώ ντροπιασμένος, κοντά στα καμπυλόπρυμνα καράβια, βάρος της γης". Νομίζεις ότι νοιάστηκε αυτός για τον θάνατο και τον κίνδυνο; Και πράγματι, άνδρες Αθηναίοι, έτσι είναι. Εκεί που θα ταχθεί κανείς, είτε από μόνος του, επειδή πιστεύει ότι πράττει το καλύτερο, είτε από κάποιον άρχοντα, εκεί οφείλει, θαρρώ, να παραμείνει, διακινδυνεύοντας και χωρίς να λογαριάζει ούτε θάνατο ούτε τίποτα άλλο, μπροστά στην ατίμωση. Θα είχα λοιπόν κάνει πολύ άσχημα, άνδρες Αθηναίοι, αν όταν με διέταξαν οι άρχοντες που εσείς εκλέξατε, να πολεμήσω στην Ποτίδαια, στην Αμφίπολη, στο Δήλιο, έμενα τότε στο καθήκον που μου όριζαν, όπως και οι άλλοι, και έβαζα σε κίνδυνο τη ζωή μου, και όταν μου όριζε ο θεός - κατά τη δική μου πάντα αντίληψη - ότι πρέπει να ζω φιλοσοφώντας και εξετάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους, να φοβόμουν είτε το θάνατο είτε οτιδήποτε άλλο, και να εγκατέλειπα τη θέση μου
Θα ήταν φοβερό, και πράγματι τότε θα ήταν δίκαιο να με φέρει κανείς στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι δεν πιστεύω στους θεούς και ότι δεν υπακούω στον χρησμό, και ότι φοβάμαι τον θάνατο και ότι νομίζω πως είμαι σοφός ενώ δεν είμαι. Γιατί το να φοβάται κανείς τον θάνατο, άνδρες, δεν είναι τίποτα άλλο από το να νομίζει κανείς ότι είναι σοφός χωρίς να είναι. Να νομίζει ότι γνωρίζει αυτά που δε γνωρίζει. Γιατί κανείς δεν γνωρίζει τον θάνατο, ούτε αν συμβαίνει να είναι το μεγαλύτερο αγαθό για τον άνθρωπο, κι όμως τον φοβούνται σα να ξέρουν καλά ότι είναι το μεγαλύτερο κακό.
Και δεν είναι αμάθεια αυτό επονείδιστη, το να νομίζει κανείς ότι γνωρίζει εκείνα που δεν γνωρίζει; Εγώ όμως, άνδρες, σ' αυτό ακριβώς διαφέρω ίσως από τους περισσότερους και αν λέω ότι είμαι σε κάτι σοφότερος από κάποιον άλλον είναι σ' αυτό το σημείο, ότι μη γνωρίζοντας αρκετά για τον Άδη, παραδέχομαι την άγνοιά μου. Γνωρίζω όμως ότι είναι κακό και ντροπή να βλάπτει κανείς έναν καλύτερο και να μην υπακούει σ' αυτόν, είτε θεός είναι είτε άνθρωπος Έτσι λοιπόν ποτέ δεν θα φοβηθώ και δεν θα αποφύγω να κάνω κάτι, διαπράττοντας κακές πράξεις που γνωρίζω ότι είναι κακές, για να επιτύχω άλλες που δεν γνωρίζω αν είναι πράγματι καλές.
Ώστε ακόμα κι αν με αφήνατε τώρα ελεύθερο, μη πιστεύοντας στον Άνυτο, ο οποίος σας είπε ότι είτε από την αρχή δεν έπρεπε καθόλου να δικαστώ, ή, αφού δικάζομαι, δεν είναι δυνατόν να μη με καταδικάσετε σε θάνατο. Γιατί, πρόσθεσε, αν γλιτώσει, οι γιοι σας, που ήδη κάνουν ό,τι τους διδάσκει ο Σωκράτης, θα καταστραφούν όλοι εντελώς. Αν λοιπόν, παρ' όλα αυτά, μου λέγατε: "Σωκράτη, εμείς δεν θα πιστέψουμε τον Άνυτο και θα σε αφήσουμε ελεύθερο, με τον εξής όμως όρο, ότι δεν θα περνάς πια την ώρα σου εξετάζοντας έτσι τους ανθρώπους και φιλοσοφώντας. Κι αν πιαστείς να το κάνεις αυτό το πράγμα, θα πεθάνεις". Αν λοιπόν, όπως είπα, μ' αυτόν τον όρο μ' αφήνατε ελεύθερο, θα σας έλεγα ότι: "Εγώ, άνδρες Αθηναίοι, σας εκτιμώ και σας αγαπώ, αλλά θα υπακούσω στον θεό κι όχι σε σας, και όσο αναπνέω και μπορώ, δεν θα πάψω να φιλοσοφώ και να σας συμβουλεύω και να νουθετώ οποιονδήποτε από σας τυχαίνει κάθε φορά να συναντώ, λέγοντάς του αυτά ακριβώς που συνήθιζα να λέω, ότι: "Πως εσύ, αγαπητέ μου, όντας Αθηναίος πολίτης της πιο μεγάλης και της πιο φημισμένης για τη σοφία της και τη δύναμή της πόλης, δεν ντρέπεσαι να φροντίζεις για τα χρήματα, πως θα αποκτήσεις περισσότερα, και για τη δόξα και τις τιμές, και να μην ενδιαφέρεσαι ούτε να νοιάζεσαι για τη φρόνηση και την αλήθεια και την ψυχή σου;" Και αν κάποιος από σας αμφισβητεί τα λόγια μου και πει ότι φροντίζει και γι' αυτά, δεν θα τον αφήσω αμέσως ούτε θα φύγω, αλλά θα του υποβάλλω ερωτήσεις και θα τον εξετάσω και θα τον ελέγξω, και αν μου φανεί ότι δεν κατέχει την αρετή, παρ' όλο που ισχυρίζεται το αντίθετο, θα τον επιπλήξω που νοιάζεται τόσο λίγο για τα πιο σημαντικά και τόσο πολύ για τα πιο ασήμαντα. Αυτά θα τα κάνω σε όποιον τύχει να συναντήσω, είτε είναι νεότερος είτε μεγαλύτερος, είτε ξένος είτε συμπολίτης μας, και κυρίως στους συμπολίτες μας, που είναι πιο δικοί μου. Γιατί αυτά με προστάζει ο θεός καταλάβετέ το καλά. Και εγώ πιστεύω ότι μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει μεγαλύτερο αγαθό για σας και για την πόλη από αυτήν την υπηρεσία μου που προσφέρω στον θεό. Γιατί περιφέρομαι μη κάνοντας τίποτα άλλο από το να πείθω τους νεότερους και τους πιο ηλικιωμένους ανάμεσά σας να μην φροντίζουν ούτε για τα σώματά τους ούτε για τα χρήματά τους με τόσο πάθος, παρά μόνο για την ψυχή τους, πως θα γίνει καλύτερη, λέγοντας τους ότι η αρετή δεν γίνεται από τα χρήματα, αλλά τα χρήματα και όλα τα άλλα ανθρώπινα αγαθά, και τα ιδιωτικά και τα δημόσια, από την αρετή. Αν τα λόγια μου αυτά διαφθείρουν τους νέους, τότε είναι βλαβερά. Κι αν κάποιος ισχυρίζεται ότι εγώ άλλα λέω και όχι ό,τι σας είπα, δεν λέει την αλήθεια. Ως προς αυτά, θα έλεγα, άνδρες Αθηναίοι, ή να ακούσετε τον Άνυτο ή να μην τον ακούσετε, και ή να μ' αφήσετε ελεύθερο ή να μη μ' αφήσετε, γιατί εγώ δεν πρόκειται να αλλάξω σε ό,τι κάνω, ακόμα κι αν πρόκειται να πεθάνω πολλές φορές.
Μη διαμαρτύρεσθε, άνδρες Αθηναίοι, κάντε ό,τι σας παρακάλεσα. Μην διαμαρτύρεσθε για ό,τι λέω, αλλά ακούτε. Γιατί πιστεύω ότι ακούγοντάς με θα ωφεληθείτε. Γι' αυτά τα άλλα που πρόκειται να σας πω θα βάλετε ίσως τις φωνές, αλλά να μην το κάνετε. Να ξέρετε καλά όμως, ότι αν με θανατώσετε, και είμαι πράγματι αυτός που λέω εγώ, δεν θα βλάψετε τόσο εμένα όσο θα βλάψετε τους εαυτούς σας. Γιατί εμένα σε τίποτε δεν μπορούν να με βλάψουν ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος. Δεν θα είχαν τη δυνατότητα, γιατί πιστεύω ότι δεν γίνεται ο χειρότερος άνθρωπος να βλάψει έναν καλύτερο.
Θα μπορούσε βέβαια να με σκοτώσει ίσως ή να με εξορίσει ή και να μου στερήσει τα πολιτικά μου δικαιώματα. Αυτά τα πράγματα ίσως αυτός ή κάποιος άλλος να τα θεωρεί μεγάλο κακό. Όχι όμως εγώ. Θεωρώ πολύ χειρότερο να κάνει κανείς ό,τι κάνει αυτός τώρα, προσπαθώντας να σκοτώσει άδικα έναν άνθρωπο. Τώρα λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, δεν απολογούμαι καθόλου για χάρη του εαυτού μου, όπως θα νόμιζε κανείς, αλλά για χάρη σας, για να μην αμαρτήσετε προς τον θεό, καταδικάζοντάς με, περιφρονώντας αυτό που σας έδωσε.
Γιατί αν με σκοτώσετε, άλλον σαν κι εμένα δεν θα βρείτε - για να το πω απλά αλλά κι αστεία - που να τον έχει ορίσει ο θεός να βρίσκεται κοντά στην πόλη, η οποία λόγω μεγέθους μοιάζει νωθρό μεγάλο άλογο ράτσας και χρειάζεται αλογόμυγα να την ξυπνάει. Νομίζω ότι σαν τέτοια με έχει βάλει στην πόλη ο θεός, να μη σταματώ όλη τη μέρα να σας ξυπνώ, να σας πείθω και τον καθένα χωριστά να επικρίνω τριγυρίζοντας παντού.
Δεν θα βρεθεί λοιπόν εύκολα άλλος τέτοιος για σας, άνδρες, και αν με πιστεύετε, πρέπει να με αθωώσετε. Ίσως όμως να βαρεθείτε γρήγορα, όπως όσοι ξυπνάνε νυσταγμένοι, και, έχοντας πειστεί από τον Άνυτο, με ένα χτύπημα να με σκοτώσετε εύκολα. Και έπειτα θα περάσετε την υπόλοιπη ζωή σας κοιμώμενοι, αν δεν σας φροντίσει ο θεός και δεν σας στείλει κάποιον άλλον. Το ότι πράγματι εγώ είμαι εκείνος που έδωσε ο θεός στην πόλη γι' αυτόν τον σκοπό, μπορείτε να το καταλάβετε εύκολα: γιατί δεν φαίνεται ανθρώπινο να έχω παραμελήσει όλες τις υποθέσεις μου και να ανέχομαι να είναι τόσα χρόνια παραμελημένοι οι δικοί μου, για να φροντίζω εσάς, πλησιάζοντας τον καθένα χωριστά, σαν να ήμουν πατέρας σας ή μεγαλύτερος αδελφός σας, για να σας πείθω να ασχοληθείτε με την αρετή. Αν βέβαια είχα κάποιο όφελος απ' αυτό και σας παρακινούσα να το κάνετε παίρνοντας αμοιβή, θα είχα κάποιο λόγο να το κάνω. Τώρα όμως, βλέπετε οι ίδιοι, ότι οι κατήγοροι, ενώ για όλα τα άλλα τόσο αναίσχυντα με κατηγορούν, γι' αυτό δεν τόλμησαν να με κατηγορήσουν και να βρουν κάποιον μάρτυρα, πως εγώ είτε πήρα ποτέ αμοιβή είτε ζήτησα.
Κι αυτό γιατί, όπως νομίζω, διαθέτω έναν αρκετά αξιόπιστο μάρτυρα, την φτώχεια μου. Ίσως λοιπόν να σας φαίνεται παράξενο που, ενώ τριγυρνώντας ανάμεσά σας σας συμβουλεύω ιδιαιτέρως και μιλώ για πολλά πράγματα, δημόσια δεν τολμώ να ανεβώ στο βήμα και μιλώντας στο πλήθος να συμβουλεύσω την πόλη. Αιτία αυτού του πράγματος είναι εκείνο που πολλές φορές ήδη και σε πολλά μέρη με έχετε ακούσει να λέω, ότι υπάρχει μέσα μου κάτι θεϊκό και δαιμόνιο, μια φωνή, αυτό το έγραψε και στην καταγγελία του διακωμωδώντας το ο Μέλητος.
Σε μένα λοιπόν αυτό άρχισε να υπάρχει από τότε που ήμουνα παιδί, είναι μια φωνή που ακούω, η οποία, όποτε την ακούω, πάντοτε με αποτρέπει από κάτι που πρόκειται να κάνω, και ποτέ δεν με προτρέπει σε τίποτα. Αυτή είναι που με εμποδίζει να ασχοληθώ με την πολιτική. Και μου φαίνεται ότι κάνει πάρα πολύ καλά που με εμποδίζει. Γιατί να το ξέρετε καλά, άνδρες Αθηναίοι. Αν εγώ από παλιά είχα επιχειρήσει να ασχοληθώ με την πολιτική, από παλιά θα είχα αφανισθεί και ούτε εσάς θα είχα ωφελήσει σε τίποτα ούτε τον εαυτό μου.
Και μη μου θυμώνετε που λέω την αλήθεια. Γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να διασωθεί, είτε από σας είτε από οποιοδήποτε άλλο πλήθος, όταν εναντιώνεται με ειλικρίνεια και εμποδίζει να γίνονται στην πόλη πολλά άδικα πράγματα και παράνομα. Αλλά είναι αναγκαίο εκείνος που πράγματι μάχεται για το δίκαιο, αν πρέπει να διασωθεί για λίγο χρονικό διάστημα, να παραμείνει ιδιώτης και να μην συμμετέχει στη δημόσια ζωή. Και θα σας δώσω μεγάλες αποδείξεις γι' αυτό, όχι λόγια, αλλά εκείνα που εσείς εκτιμάτε περισσότερο, έργα. Ακούστε λοιπόν αυτά που μου συνέβησαν, για να δείτε ότι δεν υποχωρώ σε τίποτα που να είναι αντίθετο στο δίκαιο από το φόβο του θανάτου, ακόμα κι αν μη υποχωρώντας θα πέθαινα. Θα σας μιλήσω και με λόγια κοινά και με τη γλώσσα των δικαστηρίων, αλλά θα σας πω την αλήθεια. Εγώ λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, δεν κατέλαβα ποτέ κανένα άλλο αξίωμα στην πόλη, διετέλεσα όμως κάποτε βουλευτής και έτυχε να πρυτανεύει η δική μας η φυλή, η Αντιοχίς, τότε που εσείς, τους δέκα στρατηγούς που δεν μάζεψαν τους ναυαγούς μετά τη ναυμαχία, θέλατε να τους δικάσετε όλους μαζί, παράνομα, όπως αργότερα το καταλάβατε όλοι σας. Τότε, μόνος από όλους τους πρυτάνεις σας εναντιώθηκα, υποστηρίζοντας ότι δεν πρέπει να κάνετε τίποτα αντίθετο προς τους νόμους, και ψήφισα ενάντια στη θέλησή σας. Και ενώ ήταν έτοιμοι οι ρήτορες να με καταγγείλουν και να στείλουν να με συλλάβουν, και εσείς τους παροτρύνατε με φωνές, έκρινα ότι είναι προτιμότερο να διακινδυνεύσω όντας με την πλευρά του νόμου και του δικαίου, παρά να είμαι με το μέρος το δικό σας, που δεν σκεφτόσαστε δίκαια, από φόβο μήπως φυλακισθώ ή θανατωθώ. Και αυτά συνέβαιναν ενώ ακόμα υπήρχε δημοκρατία στην πόλη. Αλλά και όταν έγινε ολιγαρχία, οι τριάκοντα πάλι, αφού με κάλεσαν μαζί με τους άλλους τέσσερις στη Θόλο, μας διέταξαν να πάμε να φέρουμε από τη Σαλαμίνα τον Λέοντα τον Σαλαμίνιο, για να τον σκοτώσουν. Τέτοιες διαταγές έδιναν συχνά και σε πολλούς άλλους, επειδή ήθελαν να εμπλέξουν στα εγκλήματά τους όσο το δυνατόν περισσότερους. Τότε λοιπόν εγώ, όχι με τα λόγια, αλλά έμπρακτα, απέδειξα πάλι ότι εμένα - για να μιλήσω πιο καθαρά - δεν με ενδιαφέρει διόλου ο θάνατος. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να μη διαπράξω κάτι άδικο κι ανόσιο. Γιατί εμένα εκείνο το καθεστώς, παρά την ισχύ του, δεν με φόβισε τόσο ώστε να αναγκαστώ να κάνω κάτι άδικο. Αλλά αφού βγήκαμε από τη Θόλο, ενώ οι τέσσερις πήγαν στη Σαλαμίνα και έφεραν τον Λέοντα, εγώ έφυγα και πήγα στο σπίτι μου. Και ίσως να είχα πεθάνει γι' αυτή μου την πράξη, αν δεν είχε καταλυθεί σύντομα η εξουσία τους. Γι' αυτά μπορούν να σας μιλήσουν πολλοί μάρτυρες.
Νομίζετε λοιπόν ότι θα είχα φτάσει σ' αυτήν την ηλικία, αν είχα ασχοληθεί με την πολιτική και αν πράττοντας ως τίμιος άνθρωπος υποστήριζα το δίκαιο και αν, όπως πρέπει, φρόντιζα γι' αυτό περισσότερο απ' όλα; Κάθε άλλο, άνδρες Αθηναίοι. Ούτε και κανένας άλλος άνθρωπος.
Αλλά εγώ σε όλη μου τη ζωή, και όταν έπραξα κάτι δημόσια τέτοιος αποδείχτηκα, και το ίδιο και στην ιδιωτική μου ζωή : ποτέ δεν έκανα καμιά υποχώρηση σε κανέναν μπροστά στο δίκαιο, ούτε σε κάποιον άλλον ούτε και σε κανέναν απ' αυτούς που εκείνοι που με κατηγορούν λένε ότι είναι μαθητές μου. Άλλωστε εγώ δεν υπήρξα ποτέ δάσκαλος κανενός. Κι αν κάποιος όταν μιλάω και όταν λέω τα δικά μου επιθυμούσε να με ακούει, είτε νεότερος είναι είτε μεγαλύτερος, δεν το αρνήθηκα ποτέ σε κανέναν. Ούτε μιλάω μονάχα όταν παίρνω χρήματα, και όταν δεν παίρνω δεν μιλάω, αλλά προσφέρομαι το ίδιο και σε πλούσιους και σε φτωχούς, να με ρωτάνε, ή αν θέλει κανείς απαντώντας μου να ακούει αυτά που λέω. Και γι' αυτούς εγώ, είτε κάποιος τους γίνει καλός είτε όχι, είναι άδικο να κατηγορούμαι, γιατί ποτέ δεν υποσχέθηκα σε κανέναν τίποτα, ούτε δίδαξα κανένα μάθημα. Και αν κάποιος ισχυρίζεται ότι από εμένα ποτέ είτε έμαθε είτε άκουσε κάτι ιδιαιτέρως, που δεν το άκουσαν και όλοι οι άλλοι, να ξέρετε καλά ότι δεν λέει την αλήθεια. Αλλά γιατί τότε μερικοί ευχαριστιούνται να περνούν πολύ χρόνο μαζί μου; Το ακούσατε, άνδρες Αθηναίοι. Σας είπα όλη την αλήθεια, ότι ευχαριστιούνται να με ακούνε να εξετάζω εκείνους που νομίζουν ότι είναι σοφοί, ενώ δεν είναι. Δεν είναι κι άσχημο αυτό. Εμένα λοιπόν αυτό, σας το βεβαιώνω, μου το έχει ορίσει ο θεός να το κάνω και με χρησμούς και με όνειρα και με κάθε τρόπο, με τον οποίο κάθε θεϊκή ύπαρξη ορίζει οτιδήποτε στους ανθρώπους να πράττουν. Αυτά, άνδρες Αθηναίοι, και αληθινά είναι και εύκολα να ελεγχθούν. Αν όμως εγώ άλλους από τους νέους διαφθείρω και άλλους τους έχω ήδη διαφθείρει, πρέπει βέβαια μερικοί απ' αυτούς, αφού μεγάλωσαν και κατάλαβαν ότι όταν ήταν νέοι τους είχα δώσει εγώ κάποτε κακές συμβουλές, να ανεβούν τώρα στο βήμα και να με κατηγορήσουν και να με τιμωρήσουν. Και αν δεν το ήθελαν οι ίδιοι, όποιος θέλει από τους δικούς τους, είτε πατέρες είτε αδερφοί είτε και άλλοι συγγενείς, αν έπαθαν οι δικοί τους κάποιο κακό από μένα, να το θυμηθούν τώρα και να με τιμωρήσουν. Πάντως είναι παρόντες εδώ πολλοί απ' αυτούς, τους οποίους εγώ τώρα βλέπω, πρώτον απ' όλους αυτόν εδώ τον Κρίτωνα, που είναι συνομήλικός μου και συνδημότης μου και πατέρας του Κριτόβουλου, που κι αυτός είναι παρών.
Έπειτα κι ο Λυσανίας ο Σφήττιος, ο πατέρας αυτού εδώ του Αισχίνη. Ακόμα και αυτός εδώ ο Αντιφώντας από την Κηφισιά, ο πατέρας του Επιγένη. Και άλλοι είναι εδώ που οι αδερφοί τους σύχναζαν κοντά μου, ο Νικόστρατος του Θεοζοτίδου, ο αδερφός του Θεοδότου - ο Θεόδοτος έχει πεθάνει, κι έτσι δεν μπορεί να τον εμποδίσει με τα παρακάλια του - κι ο Πάραλος του Δημοδόκου, που ήταν αδερφός του ο Θεάνης. Να και ο Αδείμαντος του Αρίστωνος, που αδελφός του είναι αυτός ο Πλάτων, και ο Αιαντόδωρος, που αδερφός του είναι ο Απολλόδωρος.
Και άλλους πολλούς μπορώ να σας αναφέρω, και κάποιον απ' αυτούς έπρεπε να ορίσει ο Μέλητος για μάρτυρα στην κατηγορία του. Κι αν το ξέχασε τότε, ας τον ορίσει τώρα, εγώ το αφήνω, και ας μας το πει αν έχει κανέναν. Αλλά θα τους βρείτε όλους τελείως αντίθετους, άνδρες, όλοι τους είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν εμένα που διαφθείρω τους δικούς τους και τους βλάπτω, όπως λένε ο Μέλητος και ο Άνυτος.
Και εκείνοι που έχουν διαφθαρεί ίσως θα είχαν κάποιον λόγο να με βοηθήσουν. Εκείνοι όμως που δεν έχουν διαφθαρεί, και που είναι ήδη ώριμοι άνδρες, οι συγγενείς τους, ποιον άλλον λόγο έχουν να με βοηθούν, εκτός από το να υποστηρίζουν το σωστό και το δίκαιο, επειδή ξέρουν ότι ο Μέλητος λέει ψέματα, ενώ εγώ την αλήθεια. Αρκετά, άνδρες Αθηναίοι. Είπα ό,τι είχα να πω για ν' απολογηθώ, ίσως θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλα παρόμοια.
Δεν αποκλείεται όμως να αγανακτήσει κανείς από σας αν σκεφτεί τον εαυτό του, που και σε μικρότερης σημασίας δίκη απ' αυτήν εδώ θα παρακαλούσε και θα ικέτευε τους δικαστές με πολλά δάκρυα, φέρνοντας στο βήμα και τα παιδιά του, για να τον λυπηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο, και άλλους πολλούς συγγενείς και φίλους, ενώ εγώ δεν θα κάνω τίποτα απ' όλα αυτά, παρ' όλο που διατρέχω, όπως φαίνεται, τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ίσως λοιπόν κανείς, αν αναλογιστεί αυτά τα πράγματα, να γίνει πιο σκληρός απέναντί μου και να οργιστεί γι' αυτά και να δώσει με οργή την ψήφο του.
Αν λοιπόν κάποιος από σας αισθάνεται έτσι - πράγμα που δεν θέλω να το πιστέψω - αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, θα μπορούσα νομίζω να του πω ότι: "Κι εγώ, αγαπητέ μου, έχω κάποιους συγγενείς. Γιατί ισχύει και για μένα εκείνο που είπε ο Όμηρος, "δεν γεννήθηκα ούτε από καμιά βελανιδιά ούτε από καμιά πέτρα", αλλά από ανθρώπους, ώστε να έχω και συγγενείς, και γιους, άνδρες Αθηναίοι, τρεις, ο ένας είναι ήδη έφηβος, οι άλλοι δύο παιδιά. Αλλά όμως κανέναν απ' αυτούς δεν ανέβασα στο βήμα για να σας παρακαλέσω να με αθωώσετε. Γιατί λοιπόν δεν κάνω τίποτα απ' αυτά;
Όχι από υπεροψία, άνδρες Αθηναίοι, ούτε για να σας ντροπιάσω. Αν αντιμετωπίζω τον θάνατο θαρραλέα, είναι άλλη υπόθεση. Για τη φήμη όμως, και τη δική μου και τη δική σας κι ολόκληρης της πόλης, δεν νομίζω ότι είναι πρέπον να κάνω τέτοια πράγματα. Δεν είναι πρέπον στην ηλικία μου αλλά και στο όνομα που έχω αποκτήσει, αληθινό ή ψεύτικο. Γιατί, υπάρχει η γνώμη ότι ο Σωκράτης σε κάτι διαφέρει από το πλήθος των ανθρώπων.
Θα είναι ντροπή να αποδειχθούν κατώτεροι της φήμης τους όσοι από σας θεωρείται πως διαφέρουν στη σοφία, την ανδρεία ή οποιαδήποτε άλλη αρετή. Πολλές φορές έχω δει ανθρώπους, που όταν δικάζονται, ενώ πριν φαίνονταν σπουδαίοι, κάνουν πράγματα ανάρμοστα, σα να θεωρούν ότι θα πάθουν κάτι φοβερό αν πεθάνουν, ως εάν επρόκειτο να είναι αθάνατοι αν δεν τους σκοτώνατε εσείς. Τέτοιοι άνθρωποι μου φαίνεται πως ντροπιάζουν την πόλη, γιατί θα μπορούσαν να κάνουν έναν ξένο να νομίσει ότι όσοι Αθηναίοι διακρίνονται για την αρετή τους, και εκλέγονται από τους συμπολίτες τους για αξιώματα και τιμητικές διακρίσεις, σε τίποτα δεν διαφέρουν από τις γυναίκες. Άνδρες Αθηναίοι, εμείς που έχουμε κάποιο όνομα δεν πρέπει να κάνουμε τέτοια πράγματα αλλά κι αν τα κάνουμε, εσείς δεν πρέπει να το επιτρέπετε. Αντίθετα πρέπει να δείξετε ότι είστε αποφασισμένοι να καταψηφίσετε όποιον παίζει αυτά τα ελεεινά δράματα μπροστά σας γελοιοποιώντας την πόλη αλλά όχι όποιον φέρεται με αξιοπρέπεια.
Αλλά και εκτός από το θέμα της φήμης, άνδρες, δεν μου φαίνεται ότι είναι δίκαιο να παρακαλεί κανείς τον δικαστή, ούτε παρακαλώντας τον να αθωώνεται, αλλά εξηγώντας του και πείθοντάς τον. Γιατί δεν βρίσκεται για το σκοπό αυτό σ' αυτή τη θέση ο δικαστής, για να απονέμει τη δικαιοσύνη κάνοντας χάρες, αλλά για να κρίνει. Και έχει ορκιστεί να μην κάνει χάρες σ' όποιον του αρέσει, αλλά να δικάζει σύμφωνα με τους νόμους. Δεν πρέπει λοιπόν, ούτε εμείς να σας εθίζουμε στην επιορκία ούτε κι εσείς να τη συνηθίζετε. Γιατί τότε κανένας μας δεν θα έπραττε σύμφωνα με τη θέληση των θεών. Μην έχετε λοιπόν την αξίωση, άνδρες Αθηναίοι, να συμπεριφέρομαι απέναντί σας με τρόπο που ούτε εγώ θεωρώ ότι είναι σωστός ή δίκαιος ή αρεστός στους θεούς, και μάλιστα, μα τον Δία, τη στιγμή που κατηγορούμαι απ' αυτόν εδώ τον Μέλητο για ασέβεια προς τους θεούς.
Γιατί είναι φανερό ότι, αν σας έπειθα παρακαλώντας σας, θα σας έκανα να παραβείτε τον όρκο σας, και θα ήταν σα να σας δίδασκα να μην πιστεύετε ότι υπάρχουν θεοί. Και απολογούμενος μ' αυτόν τον τρόπο θα ήταν σαν να κατηγορούσα τον εαυτό μου ότι δεν πιστεύω στους θεούς. Αλλά κάθε άλλο παρά αυτό συμβαίνει. Γιατί πιστεύω, άνδρες Αθηναίοι, όσο κανείς από τους κατηγόρους μου, και επαφίεμαι σ' εσάς και στον θεό για να αποφασίσετε αυτό που είναι το καλύτερο και για μένα και για σας.


( Η απόφαση βγαίνει, ο Σωκράτης κρίνεται ένοχος )

Ο Σωκράτης κάνει προτάσεις για την ποινή που μπορεί να του επιβληθεί
Το ότι δεν αγανακτώ, άνδρες Αθηναίοι, για το γεγονός ότι με κρίνατε ένοχο, οφείλεται σε πολλούς λόγους και στο ότι είναι κάτι που το περίμενα. Εκείνο όμως που με κάνει να απορώ είναι ο αριθμός των ψήφων και από τις δυο μεριές. Γιατί δεν πίστευα ότι θα καταδικαζόμουν με τόσο μικρή πλειοψηφία, αλλά με πολύ μεγαλύτερη. Τώρα όμως, όπως φαίνεται, αν τριάντα μόνο ψήφοι είχαν πέσει αλλιώς, θα είχα αθωωθεί Όσον αφορά την κατηγορία του Μέλητου, νομίζω ότι έχει ήδη αποδειχθεί η αθωότητά μου. Και όχι μόνο έχει αποδειχθεί η αθωότητά μου, αλλά είναι σ' όλους φανερό ότι, αν δεν είχαν παρουσιαστεί για να με κατηγορήσουν ο Άνυτος και ο Λύκων, θα χρώσταγε και χίλιες δραχμές πρόστιμο, επειδή δεν θα έπαιρνε ούτε το ένα πέμπτο των ψήφων.
Προτείνει λοιπόν αυτός ο άνθρωπος να με καταδικάσετε σε θάνατο. Ας είναι. Κι εγώ τι θα σας αντιπροτείνω, άνδρες Αθηναίοι; Προφανώς αυτό που μου αξίζει. Τι είναι λοιπόν αυτό; Τι πρέπει να πάθω, ποια ποινή πρέπει να μου επιβληθεί, επειδή έκρινα ότι πρέπει να παραιτηθώ από την ήσυχη ζωή και να παραμελήσω όλα εκείνα για τα οποία φροντίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι, χρήματα, οικονομικά συμφέροντα, στρατηγίες, δημόσιες αγορεύσεις, και όλα τα άλλα αξιώματα και τις πολιτικές συμμαχίες και φατρίες; Επειδή πιστεύοντας ότι μπορούσα να κάνω κάτι καλύτερο από το να εξασφαλιστώ ασχολούμενος με τέτοια πράγματα, δεν ασχολήθηκα μ' αυτά - που άμα το έκανα ούτε εσάς ούτε τον εαυτό μου θα ωφελούσα καθόλου αλλά πηγαίνοντας σε κάθε ένα χωριστά του χάριζα τη μεγαλύτερη, κατά τη γνώμη μου, ευεργεσία; Ερχόμουν κοντά του κι επιχειρούσα να τον πείσω να μη φροντίσει για καμιά άλλη υπόθεσή του πριν φροντίσει τον εαυτό του, πως θα γίνει δηλαδή καλύτερος και συνετότερος, ούτε για τις υποθέσεις της πόλης. Αλλά για την ίδια την πόλη, και για όλα τα άλλα να φροντίζει με αυτόν τον τρόπο.
Τι μου αξίζει λοιπόν για αυτό που είμαι; Κάτι καλό, άνδρες Αθηναίοι, αν πρέπει στ' αλήθεια να τιμηθώ σύμφωνα με την αξία μου. Και να είναι βέβαια καλό που να μου ταιριάζει. Τι ταιριάζει σ' ένα φτωχό άνθρωπο που σας έχει ευεργετήσει και χρειάζεται να έχει χρόνο ελεύθερο για να σας παροτρύνει; Τίποτα άλλο, άνδρες Αθηναίοι, από τη δωρεάν σίτιση στο Πρυτανείο, και μάλιστα σε τέτοιον άνδρα αυτό αρμόζει πιο πολύ παρά σε κάποιον από εσάς που νίκησε στην Ολυμπία σε ιπποδρομίες ή σε αρματοδρομίες με δυο ή με τέσσερα άλογα. Γιατί αυτός σας κάνει να φαίνεστε ευτυχείς, ενώ εγώ σας κάνω ευτυχείς. Άλλωστε εκείνος δεν έχει ανάγκη να τον τρέφουν, ενώ εγώ έχω.
Εφόσον λοιπόν, πρέπει με δικαιοσύνη να μου αποδώσετε ό,τι μου αξίζει, σας προτείνω τη σίτισή μου στο Πρυτανείο.
Ίσως να νομίσετε ότι αυτά, και τα άλλα περί οίκτου και ικεσιών, τα λέω από αλαζονεία. Όμως δεν είναι αυτό, άνδρες Αθηναίοι, αλλά το εξής: είμαι βέβαιος ότι κανέναν άνθρωπο δεν έχω αδικήσει με τη θέλησή μου, ωστόσο δεν μπορώ να σας πείσω γι' αυτό. Ο λόγος είναι ότι μου δόθηκε λίγος χρόνος να σας μιλήσω. Αν ο νόμος όριζε, όπως σε άλλες πόλεις, σε περίπτωση θανάτου, να μην κρατάει η κρίση μόνο μια μέρα αλλά πολλές, νομίζω ότι θα είχατε πειστεί.
Τώρα όμως δεν είναι εύκολο σε λίγο χρόνο να διαλύσει κανείς μεγάλες συκοφαντίες. Όντας βέβαιος ότι δεν έχω αδικήσει κανέναν, δεν πρόκειται φυσικά να αδικήσω και τον εαυτό μου. Δεν πρόκειται να μιλήσω εναντίον του και να πω ότι μου αξίζει να πάθω κάτι κακό προτείνοντας μάλιστα κάποια ποινή. Τι έχω να φοβηθώ; Μην πάθω εκείνο που προτείνει ο Μέλητος και που δεν ξέρω καλά καλά, όπως είπα, αν είναι καλό ή κακό; Αντ' αυτού να προτιμήσω πράγματα τα οποία ξέρω ότι είναι κακά και να τα προτείνω; Μήπως τη φυλακή;
Και τι θα με ωφελούσε να ζω μέσα στη φυλακή όντας δούλος εκείνων που θα ορίζονταν κάθε φορά να με φυλάνε, των Έντεκα; Μήπως χρηματική ποινή, και να βρίσκομαι στη φυλακή μέχρι να τα πληρώσω όλα; Αλλά και πάλι καταλήγουμε στα ίδια που σας έλεγα πριν από λίγο. Δεν έχω χρήματα για να πληρώσω. Μήπως τότε να προτείνω εξορία; Ίσως να δεχόσαστε να με καταδικάσετε σε εξορία. Θα έπρεπε να αγαπάω πάρα πολύ τη ζωή μου, για να είμαι τόσο ασυλλόγιστος ώστε να μην μπορώ να σκεφτώ ότι ενώ εσείς που είσαστε συμπολίτες μου δεν μπορέσατε να υποφέρετε τον τρόπο ζωής μου και τα λόγια μου, και δυσανασχετήσατε και οργισθήκατε ώστε να ζητάτε τώρα να απαλλαγείτε από αυτά, θα υπήρχαν άλλοι που θα που θα μπορούσαν να τα ανεχτούν ευχαρίστως. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, άνδρες Αθηναίοι. Τι ωραία, αλήθεια, θα ήταν η ζωή μου, αν άνθρωπος σ' αυτήν την ηλικία έφευγα από εδώ και ζούσα πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη, διωγμένος από παντού! Γιατί ξέρω καλά ότι, όπου κι αν πάω, άμα μιλάω θα με ακούνε οι νέοι όπως και εδώ. Κι αν προσπαθήσω να τους απομακρύνω, αυτοί οι ίδιοι θα με διώξουν πείθοντας τους πιο ηλικιωμένους. Κι αν δεν τους απομακρύνω, θα το κάνουν γι' αυτούς οι πατέρες τους και οι συγγενείς τους.
Θα μπορούσε ίσως να μου πει κανείς: "Δεν μπορείς, Σωκράτη, να φύγεις από εδώ και να ζήσεις ήσυχα σωπαίνοντας;" Αυτό ακριβώς είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσω σε μερικούς από σας. Γιατί αν σας πω ότι αυτό είναι σα να παρακούω τον θεό και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατο να ζω ήσυχος, δεν θα με πιστέψετε νομίζοντας ότι σας ειρωνεύομαι.
Αν πάλι σας πω ότι είναι πολύ μεγάλο αγαθό για τον άνθρωπο το να μιλάει κάθε μέρα για την αρετή και για τα άλλα για τα οποία με ακούτε να συζητάω εξετάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους, και ότι η ζωή χωρίς να τα εξετάζει κανείς αυτά είναι ζωή που δεν αξίζει να τη ζει ο άνθρωπος, τότε θα με πιστέψετε ακόμα λιγότερο. Ωστόσο έτσι είναι, όπως σας τα λέω, άνδρες, και να σας πείσω δεν είναι εύκολο. Εγώ πάντως δεν θεώρησα ποτέ τον εαυτό μου άξιο για οποιαδήποτε ποινή.
Αν είχα βέβαια χρήματα, θα πρότεινα να δώσω ένα χρηματικό ποσό που θα μπορούσα να το πληρώσω. Αυτό δεν θα με έβλαπτε καθόλου. Τώρα όμως δεν έχω. Αν πάντως θέλετε να μου ορίσετε ένα πρόστιμο που θα μπορούσα να το πληρώσω, θα μπορούσα ίσως να σας πληρώσω μια ασημένια μνα. Τόσο λοιπόν προτείνω. Αυτός εδώ ο Πλάτων, άνδρες Αθηναίοι, και ο Κρίτων και ο Κριτόβουλος και ο Απολλόδωρος με προτρέπουν να προτείνω τριάντα μνες, και θα εγγυηθούν αυτοί. Προτείνω λοιπόν αυτό το ποσό. Και εγγυητές για τα χρήματα θα είναι αυτοί οι αξιόπιστοι άνθρωποι.

(Το δικαστήριο επιβάλλει την ποινή του θανάτου στον Σωκράτη)
Ο Σωκράτης σχολιάζει την ποινή του
Επειδή δεν κάνατε λίγο καιρό ακόμα υπομονή, άνδρες Αθηναίοι, θα φορτωθείτε το κακό όνομα και τη μομφή εκείνων που θέλουν να κατηγορήσουν την πόλη πως θανάτωσε τον Σωκράτη, άνδρα σοφό. Γιατί θα πουν ότι είμαι σοφός, ακόμα κι αν δεν είμαι, εκείνοι που θέλουν να σας κακολογήσουν. Αν περιμένατε όμως λίγο καιρό, από μόνο του θα είχε γίνει αυτό. Γιατί βλέπετε την ηλικία μου, ότι βρίσκομαι ήδη μακριά από τη ζωή και κοντά στο θάνατο. Δεν απευθύνομαι σε όλους σας, αλλά σ' εκείνους που με καταδίκασαν σε θάνατο.
Στους ίδιους έχω να πω και το εξής: θα νομίζατε ίσως, άνδρες, ότι καταδικάστηκα επειδή δεν μπόρεσα να σας πω τα λόγια που χρειάζονταν για να σας πείσω, εφόσον πίστευα ότι πρέπει να πω και να κάνω τα πάντα για να αποφύγω την καταδίκη. Κάθε άλλο. Καταδικάστηκα όχι επειδή δεν μπόρεσα να σας πω τα κατάλληλα λόγια, αλλά επειδή δεν μπόρεσα να φανώ θρασύς και αναιδής, και επειδή δεν θέλησα να σας πω πράγματα που θα τα ακούγατε πολύ ευχαρίστως, να κλαίω και να οδύρομαι, να πράττω και να λέω πολλά άλλα, κατά τη γνώμη μου ανάξιά μου, σαν αυτά που έχετε συνηθίσει να ακούτε από άλλους.
Αλλά ούτε τότε πίστεψα ότι έπρεπε λόγω του κινδύνου να πράξω κάτι ανάρμοστο, για ελεύθερο άνθρωπο, ούτε και τώρα μετανιώνω, για τον τρόπο που απολογήθηκα. Προτιμώ να πεθάνω, έχοντας απολογηθεί όπως το έκανα, παρά να ζω αλλιώς. Γιατί ούτε σε δίκη ούτε σε πόλεμο ούτε σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση πρέπει εγώ ή άλλος κανένας να μηχανεύεται πως, με κάθε μέσο, θα αποφύγει το θάνατο.
Γιατί και στις μάχες, πολλές φορές γίνεται φανερό ότι μπορεί κανείς να αποφύγει το θάνατο εγκαταλείποντας τα όπλα του και ικετεύοντας τους εχθρούς. Υπάρχουν σ' όλες τις επικίνδυνες καταστάσεις, πολλοί άλλοι τρόποι, για να ξεφύγει κανείς από το θάνατο, αν έχει το θράσος να πει και να πράξει οτιδήποτε. Δεν είναι λοιπόν κάτι το δύσκολο, άνδρες, το να αποφύγει κανείς το θάνατο, είναι όμως πολύ δυσκολότερο να αποφύγει το κακό. Γιατί το κακό τρέχει γρηγορότερα από το θάνατο.
Εμένα τώρα, αργό και γέροντα, με έχει προφτάσει το πιο αργό απ' τα δύο. Τους κατηγόρους μου όμως, που είναι φοβεροί και γρήγοροι, το χειρότερο, η κακία. Εγώ λοιπόν φεύγω έχοντας καταδικαστεί από σας σε θάνατο, αλλά εκείνοι από την αλήθεια, σε μοχθηρία και αδικία. Φυσικά, εγώ θα υπομείνω την ποινή μου, το ίδιο κι εκείνοι. Ίσως έτσι να έπρεπε να γίνει και νομίζω ότι καλώς έγινε ό,τι έγινε.
Θέλω όμως σε σας που με καταψηφίσατε, να δώσω κι έναν χρησμό για το μέλλον. Γιατί ήδη βρίσκομαι στο σημείο που οι άνθρωποι - σαν πρόκειται να πεθάνουν - αποκτούν τη δυνατότητα να προλέγουν καλύτερα. Λέω λοιπόν, σε όσους από σας, άνδρες, με σκοτώσατε, ότι αμέσως μετά το θάνατό μου θα τιμωρηθείτε πολύ χειρότερα, μα τον Δία, απ' όσο με τιμωρείτε σκοτώνοντάς με. Γιατί τώρα με την πράξη σας αυτή νομίζετε ότι θα απαλλαγείτε από το να δίνετε λόγο για τη ζωή σας. Αλλά ακριβώς το αντίθετο θα συμβεί, όπως εγώ σας τα λέω.
Γιατί, πλέον, θα αυξηθούν εκείνοι που θα σας ελέγχουν, τους οποίους εγώ μέχρι τώρα, χωρίς να το καταλαβαίνετε, εμπόδιζα. Και όσο πιο νέοι είναι τόσο πιο ενοχλητικοί θα σας γίνονται, κι εσείς πιο πολύ θα αγανακτήσετε. Γιατί αν νομίζετε ότι σκοτώνοντας ανθρώπους θα γλιτώσετε από τις επικρίσεις του τρόπου ζωής σας, δεν σκέφτεστε σωστά. Η μέθοδος αυτή απαλλαγής δεν είναι ούτε πολύ αποτελεσματική ούτε καλή. Εκείνη που είναι καλύτερη και ευκολότερη είναι να μην εμποδίζετε τους άλλους να σας επικρίνουν, αλλά να προετοιμάζετε τον εαυτό σας ώστε να γίνει όσο το δυνατόν καλύτερος. Προλέγοντας αυτά για όσους από σας με καταδικάσατε, σας χαιρετώ.
Όσο γι' αυτούς που με αθώωσαν, ευχαρίστως θα μιλούσα μαζί τους για ό,τι συνέβη, ενώ οι άρχοντες θα είναι απασχολημένοι και μέχρι να πάω στον τόπο όπου πρέπει να πεθάνω. Γι' αυτό, άνδρες, μείνετε λίγο χρόνο ακόμα μαζί μου. Γιατί τίποτα δεν μας εμποδίζει, όσο είναι δυνατόν, να μιλάμε μεταξύ μας. Θέλω λοιπόν σε σας, που είσαστε φίλοι μου, να εξηγήσω τι σημαίνει αυτό που μου συνέβη.
Σ' εμένα λοιπόν, άνδρες δικαστές - και ονομάζοντάς σας δικαστές πολύ σωστά σας ονομάζω έτσι - συνέβη κάτι θαυμαστό. Η συνηθισμένη μου μαντική ικανότητα, του δαιμονίου, άλλοτε εμφανιζόταν πολύ συχνά, και ακόμα και για μικρά πράγματα με εμπόδιζε, αν επρόκειτο να πράξω κάτι που δεν ήταν σωστό. Τώρα όμως μου συνέβη αυτό εδώ που βλέπετε κι εσείς οι ίδιοι, που θα το νόμιζε κανείς το χειρότερο από τα κακά, και τέτοιο θεωρείται.
Εμένα όμως ούτε το πρωί που έφυγα από το σπίτι μου δεν με εμπόδισε το σημείο του θεού, ούτε όταν ερχόμουν εδώ στο δικαστήριο, ούτε κατά τη διάρκεια της ομιλίας μου για κάτι που επρόκειτο να πω. Ενώ σε άλλες ομιλίες μου πολλές στιγμές με σταμάτησε καθώς μιλούσα. Τώρα όμως, σ' αυτήν την υπόθεση, πουθενά δεν με εμπόδισε, ούτε σε κάποια πράξη ούτε σε κάποιο λόγο. Που το αποδίδω αυτό; Θα σας πω. Γιατί φαίνεται πως ό,τι μου συνέβη εδώ είναι για μένα καλό και δεν είναι όπως το νομίζουμε όσοι θεωρούμε ότι είναι κακό να πεθάνει κανείς.
Και έχω την καλύτερη απόδειξη γι' αυτό: Γιατί δεν είναι δυνατόν να μη με είχε εμποδίσει το οικείο αυτό θείο σημείο, αν επρόκειτο να κάνω κάτι που δεν είναι καλό. Ας κατανοήσουμε λοιπόν ότι υπάρχει μεγάλη ελπίδα ό,τι έγινε να είναι καλό. Γιατί ένα από τα δύο είναι ο θάνατος: ή δεν είναι τίποτα και όποιος πεθαίνει δεν έχει καμία συναίσθηση, ή, όπως λένε, συμβαίνει κάποια μεταβολή και μετοίκηση της ψυχής από τον εδώ τόπο σε έναν άλλον. Και είτε δεν υπάρχει καμιά αίσθηση, αλλά είναι σαν ύπνος, κι αν είναι σαν να κοιμάται κανείς χωρίς να βλέπει ούτε όνειρο, τι θαυμάσιο όφελος που θα ήταν ο θάνατος!
Εγώ λοιπόν νομίζω ότι αν κάποιος έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα σε μια νύχτα που κοιμήθηκε χωρίς να δει ούτε ένα όνειρο, και τις άλλες νύχτες και μέρες της ζωής του, αν έπρεπε να τις αντιπαραβάλλει με τη νύχτα εκείνη και να σκεφτεί και να πει πόσα καλύτερα και πιο ευχάριστα μερόνυχτα έχει ζήσει στη ζωή του απ' αυτή τη νύχτα, νομίζω ότι όχι μόνο ο τυχαίος ιδιώτης αλλά κι ο μεγαλύτερος βασιλιάς θα τα έβρισκε πολύ λίγα σε σχέση με τη νύχτα εκείνη.
Αν κάτι τέτοιο είναι ο θάνατος, εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι είναι όφελος. Γιατί έτσι η αιωνιότητα όλη δεν φαίνεται παρά σαν μια νύχτα. Αν πάλι ο θάνατος είναι αναχώρηση από εδώ για έναν άλλον τόπο κι είναι αλήθεια τα λεγόμενα ότι εκεί βρίσκονται όλοι όσοι έχουν πεθάνει, τι μεγαλύτερο καλό θα υπήρχε από αυτό, άνδρες δικαστές;
Αν κάποιος φτάνοντας στον Άδη, έχοντας απαλλαγεί απ' αυτούς εδώ που ισχυρίζονται ότι είναι δικαστές, θα βρει τους αληθινούς δικαστές που λένε ότι δικάζουν εκεί, τον Μίνωα και τον Ραδάμανθο, τον Αιακό και τον Τριπτόλεμο και τους άλλους από τους ημίθεους που υπήρξαν δίκαιοι στη ζωή τους; Θα ήταν μήπως άσχημη αυτή η αναχώρηση; Ή πάλι, και ποιος από σας δεν θα έδινε οτιδήποτε για να βρεθεί με τον Ορφέα, τον Μουσαίο, τον Ησίοδο και τον Όμηρο; Εγώ πάντως πολλές φορές θα ήθελα να πεθάνω αν όλα αυτά αληθεύουν, γιατί σ' εμένα τουλάχιστον, φαίνεται θαυμαστή η παραμονή σε μέρος που θα μπορούσα να συναντήσω τον Παλαμήδη, τον Αίαντα του Τελαμώνα κι όσους άλλους από τους παλιούς πέθαναν από άδικη κρίση, και να συγκρίνω τα παθήματά μου με τα δικά τους. Νομίζω πως κάθε άλλο παρά δυσάρεστα θα μου ήταν όλα αυτά. Και μάλιστα, το σπουδαιότερο, να εξετάζω και να ερευνώ, όπως κάνω και για τους εδώ, ποιος απ' αυτούς είναι σοφός και ποιος νομίζει ότι είναι αλλά δεν είναι. Και πόσα δεν θα έδινε κανείς, άνδρες δικαστές, για να μπορέσει να εξετάσει εκείνον που ηγήθηκε της μεγάλης στρατιάς της Τροίας ή τον Οδυσσέα ή τον Σίσσυφο - ή και χιλιάδες άλλους που θα μπορούσε να αναφέρει κανείς, άνδρες και γυναίκες - να μιλάει μ' αυτούς και να βρίσκεται μαζί τους και να τους εξετάζει; Δεν θα ήταν όλα αυτά ανείπωτη ευτυχία; Πάντως, για τέτοιες αιτίες, όσοι βρίσκονται εκεί δεν θανατώνουν. Εκείνοι, είναι και για πολλά άλλα πιο ευτυχισμένοι απ' τους εδώ, για το λόγο ακόμα ότι τον υπόλοιπο χρόνο μένουν αθάνατοι, αν φυσικά όσα λέγονται είναι αλήθεια. Αλλά κι εσείς πρέπει, άνδρες δικαστές, να σκέφτεστε με ελπίδα τον θάνατο και να καταλάβετε ότι η αλήθεια είναι μόνο μία: Ότι δεν υπάρχει για τον καλόν άνθρωπο κανένα κακό, ούτε όταν ζει ούτε όταν πεθάνει, και ότι δεν αμελούν οι θεοί να φροντίζουν για τις υποθέσεις του. Και ούτε τα δικά μου τώρα συνέβησαν από μόνα τους, αλλά μου είναι φανερό ότι για μένα πια το να πεθάνω και το να απαλλαγώ από τα πράγματα αυτά είναι το καλύτερο. Γι' αυτό και το σημείο του θεού δεν με απέτρεψε καθόλου, και εγώ σ' εκείνους που με καταδίκασαν και στους κατηγόρους μου δεν κρατάω καμία κακία. Παρ' όλο που δεν με καταδίκασαν και δεν με κατηγόρησαν μ' αυτήν τη σκέψη, αλλά επειδή πίστευαν ότι έτσι θα με έβλαπταν. Για το λόγο αυτό είναι αξιοκατάκριτοι.
Απ' εκείνους ένα μόνο ζητώ: τους γιους μου, όταν γίνουν έφηβοι, να τους τιμωρήσετε, άνδρες, στεναχωρώντας τους μ' εκείνα που σας στεναχώρησα κι εγώ, αν σας φανούν ότι νοιάζονται πιο πολύ για τα χρήματα ή για κάποιο άλλο πράγμα απ' ό,τι για την αρετή. Και αν νομίζουν ότι είναι κάτι ενώ δεν είναι, να τους επικρίνετε, όπως κι εγώ εσάς, που δεν φροντίζουν για εκείνα που πρέπει και που νομίζουν ότι είναι κάτι ενώ δεν αξίζουν. Έτσι να πράξετε, κι ότι πάθω εγώ και οι γιοι μου από εσάς θα το έχω πάθει δίκαια.
Αλλά τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω, κι εσείς για να ζήσετε. Ποιο από τα δύο είναι το καλύτερο, είναι άγνωστο σε μας. Μόνο ο Θεός το γνωρίζει.


ΤΕΛΟΣ

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Ρόδος - Η αρχαία ιστορία του νησιού




Ακρόπολη Λίνδου - Ρόδος / Lindos Acropolis - Rhodes Greece

Οἶμαι δεῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, περὶ τηλικούτων βουλευομένους διδόναι παρρησίαν ἑκάστῳ τῶν συμβουλευόντων. Ἐγὼ δ' οὐδεπώποθ' ἡγησάμην χαλεπὸν τὸ διδάξαι τὰ βέλτισθ' ὑμᾶς ̔ὡς γὰρ εἰπεῖν ἁπλῶς, ἅπαντες ὑπάρχειν ἐγνωκότες μοι δοκεῖτἐ, ἀλλὰ τὸ πεῖσαι πράττειν ταῦτα· ἐπειδὰν γάρ τι δόξῃ καὶ ψηφισθῇ, τότ' ἴσον τοῦ πραχθῆναι ἀπέχει ὅσονπερ πρὶν δόξαι.Ἔστι μὲν οὖν ἓν ὧν ἐγὼ νομίζω χάριν ὑμᾶς τοῖς θεοῖς ὀφείλειν, τὸ τοὺς διὰ τὴν αὑτῶν ὕβριν ὑμῖν πολεμήσαντας οὐ πάλαι νῦν ἐν ὑμῖν μόνοις τῆς αὑτῶν σωτηρίας ἔχειν τὰς ἐλπίδας. Ἄξιον δ' ἡσθῆναι τῷ παρόντι καιρῷ· συμβήσεται γὰρ ὑμῖν, ἐὰν ἃ χρὴ βουλεύσησθ' ὑπὲρ αὐτοῦ, τὰς παρὰ τῶν διαβαλλόντων τὴν πόλιν ἡμῶν βλασφημίας ἔργῳ μετὰ δόξης καλῆς ἀπολύσασθαι. ᾘτιάσαντο μὲν γὰρ ἡμᾶς ἐπιβουλεύειν αὑτοῖς Χῖοι καὶ Βυζάντιοι καὶ Ῥόδιοι, καὶ διὰ ταῦτα συνέστησαν ἐφ' ἡμᾶς τὸν τελευταῖον τουτονὶ πόλεμον· φανήσεται δ' ὁ μὲν πρυτανεύσας ταῦτα καὶ πείσας Μαύσωλος, φίλος εἶναι φάσκων Ῥοδίων, τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν ἀφῃρημένος, οἱ δ' ἀποδείξαντες ἑαυτοὺς συμμάχους Χῖοι καὶ Βυζάντιοι τοῖς ἀτυχήμασιν αὐτῶν οὐ βεβοηθηκότες, ὑμεῖς δ', οὓς ἐφοβοῦντο, μόνοι τῶν πάντων τῆς σωτηρίας αὐτοῖς αἴτιοι. Ἐκ δὲ τοῦ ταῦθ' ὑφ' ἁπάντων ὀφθῆναι ποιήσετε τοὺς πολλοὺς ἐν ἁπάσαις ταῖς πόλεσι τοῦτο ποιεῖσθαι σύμβολον τῆς αὑτῶν σωτηρίας, ἐὰν ὑμῖν ὦσι φίλοι· οὗ μεῖζον οὐδὲν ἂν ὑμῖν γένοιτ' ἀγαθόν, ἢ παρὰ πάντων ἑκόντων ἀνυπόπτου τυχεῖν εὐνοίας.
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - (μετάφραση)

ΚΑΜΙΡΟΣ - Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ.

Περισσότερες και σαφέστερες πληροφορίες για το νησί υπάρχουν από την περίοδο του Μινωικού πολιτισμού, όταν αρκετοί Μινωίτες εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο από τη γειτονική Κρήτη και παρέμειναν εκεί για αρκετούς αιώνες. Το νησί στη συνέχεια κατοικήθηκε από τους Αχαιούς που προέρχονταν από διάφορες πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως οι Μυκήνες, η Αττική και το Άργος, όπως μαρτυρούν οι μυκηναϊκοί οικισμοί που ανακαλύφθηκαν. Τον 11 αιώνα π.Χ. στη Ρόδο εγκαταστάθηκαν οι Δωριείς, οι οποίοι ίδρυσαν τις τρεις ισχυρότερες πόλεις του νησιού, τη Λίνδο, την Ιαλυσό και την Κάμιρο, οι οποίες μαζί με την Αλικαρνασσό, την Κω και την Κνίδο αποτελούσαν τη «Δωρική Εξάπολη». Την περίοδο αυτή το νησί γνωρίζει μεγάλη ακμή και εδραιώνει την ισχύ του στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Παράλληλα η Ρόδος ανέπτυξε έναν πανίσχυρο στόλο ο οποίος κυριαρχούσε στις εμπορικές δραστηριότητες ολόκληρης της Μεσογείου, δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα στους Ροδίτες να αποκτήσουν μεγάλη αποικιστική δύναμη τόσο στη γειτονική Μικρά Ασία, όσο και στις ακτές της Ισπανίας της Γαλλία και στη Σικελία.

Όπως είναι γνωστό, η Αρχαία Ελλάδα απαρτιζόταν από ανεξάρτητες πόλεις-κράτη. Στο νησί της Ρόδου υπήρχαν 3 πόλεις-κράτη: Η Ιαλυσός, η Κάμιρος και η Λίνδος. Το 408 π.Χ. οι 3 πόλεις ένωσαν την δύναμη τους και δημιούργησαν κοινή πρωτεύουσα την Ρόδο. Η πόλη άνθισε πνευματικά, εμπορικά, οικονομικά, και συμμάχησε με τον Πτολεμαίο Ι Σωτήρα, της Αιγύπτου.

ΙΑΛΥΣΟΣ

Το 357 π.Χ. το νησί κατέκτησε ο Μαύσωλος (ο τάφος του οποίου είναι άλλο ένα αρχαίο θαύμα) από την Αλικαρνασσό (Ελληνική Μικρά Ασία), κατακτήθηκε από τους Πέρσες το 340 π.Χ. και τελικά από τον Μέγα Αλέξανδρο το 332 B.C.. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η αυτοκρατορία του μοιράστηκε ανάμεσα στους 3 ισχυρότερους στρατηγούς του: τον Πτολεμαίο, τον Σέλευκο και τον Αντίγονο, που δημιούργησαν και τις ομώνυμες δυναστείες.

Οι Ρόδιοι στάθηκαν στο πλευρό των Πτολεμαίων, (οι οποίοι κατείχαν το μερίδιο της Αιγύπτου), όμως το 305 π.Χ. οι Αντιγονίδες της Μακεδονίας, ανταγωνιστές των Πτολεμαίων, θέλησαν να σπάσουν την συμμαχία της Ρόδου με τους Πτολεμαίους, κι έστειλαν τον Δημήτριο Πολιορκητή με 40,000 στρατιώτες και προηγμένη για την εποχή πολεμική τεχνολογία, για να κατακτήσει την Ρόδο.

Ο ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΠΟΛΙΟΡΚΗΤΗΣ

Ο Δημήτριος αρχικά χρησιμοποίησε έναν τεράστιο πολεμικό πύργο με καταπέλτη, που υψωνόταν πάνω από έξι πλοία. Όμως ο πύργος αναποδογυρίστηκε λόγω κακοκαιρίας, και οι Ρόδιοι νίκησαν την μάχη.
Ο Δημήτριος έχτισε και δεύτερο, μεγαλύτερο πολεμικό πύργο, με ύψος 46 μέτρα και βάση 23 τετραγωνικά μέτρα. Είχε σιδερένιες ρόδες για να ανεβαίνει στα τείχη. Ήταν εξοπλισμένος με πολλούς καταπέλτες, δεξαμενές νερού για να σβήνουν τα φλεγόμενα βέλη, και είχε ξύλινη και δερμάτινη κάλυψη ως προφύλαξη των πολεμιστών στο εσωτερικό του πύργου, από τα βέλη των αντιπάλων. Όταν ο Δημήτριος επιτέθηκε ξανά στην πόλη, οι Ροδίτες γέμισαν ένα μεγάλο χαντάκι με νερό έξω από τα τείχη, κι έτσι ο περίφημος μηχανισμός του Δημητρίου βυθίστηκε στην λάσπη. Έναν ολόκληρο χρόνο οι Ρόδιοι, άντρες και γυναίκες, αγωνίστηκαν γενναία κι αντιστάθηκαν στις επιθέσεις του Δημητρίου, μέχρι που οι Πτολεμαίοι στείλανε σύμμαχο στόλο από την Αίγυπτο για να βοηθήσουν τους Ροδίους. Ο Δημήτριος και οι στρατιώτες του τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας τον περίφημο μηχανισμό τους και τα όπλα πίσω τους.

H AΚΡΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ

Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΜΙΡΟ.

Η ιστορία του Κολοσσού

Οι Ροδίτες ως ενθύμιο της νίκης τους, χτίσανε το τεράστιο άγαλμα στον προστάτη τους, Θεό Ήλιο (Απόλλωνα). Έλιωσαν τον μπρούτζο και τα άλλα μέταλλα από τους μηχανισμούς που άφησε ο Δημήτριος για να φτιάξουν το εξωτερικό του Κολοσσού, και η τεράστια σκαλωσιά από τον πολεμικό μηχανισμό του έγινε η σκαλωσιά για την κατασκευή του αγάλματος. Η έναρξη των εργασιών σύμφωνα με τους ιστορικούς, υπολογίζεται γύρω στο 304 π.Χ., και κατά τον ιστορικό Πλίνιο, περατώθηκε σε 12 έτη.

Ο γλύπτης Χάρις της Λίνδου ο οποίος μάλιστα πολέμησε για την υπεράσπιση της Ρόδου από τον Δημήτριο, επιμελήθηκε το έργο. Ο Χάρις ήταν μαθητής του Λυσσίπου, και δεν είχε ξαναφτιάξει άγαλμα παρομοίου μεγέθους. Πιθανόν άρχισε φτιάχνοντας ένα μικρό άγαλμα για να πειραματιστεί για το δέσιμο των υλικών και την τελική μορφή του έργου.

Το άγαλμα είχε ύψος 33 μέτρα, ήταν γυμνό, στο κεφάλι φορούσε στέμμα σαν τις ακτίνες του ηλίου (όπως το άγαλμα της Ελευθερίας στην Νέα Υόρκη). Εικάζεται ότι με το δεξί χέρι προστάτευε τα μάτια από τον ήλιο και με το αριστερό κρατούσε έναν χιτώνα.

Φτιάχτηκαν πρώτα τα πόδια του αγάλματος και η κατασκευή ανέβαινε σταδιακά, καθώς το χάλκινο σχήμα ενισχυόταν εσωτερικά με σιδερένια δοκάρια και πέτρινες κολόνες. (Η τεχνική αντιγράφηκε για την κατασκευή του αγάλματος της Ελευθερίας της Νέας Υόρκης, στο οποίο χύθηκε χαλκός πάνω από ατσάλινο 'σκελετό'). Χρειάστηκε πολύ δουλειά για να εφαρμόζουν απόλυτα ο εσωτερικός σκελετός (σίδερα και πέτρες) με το χάλκινο 'δέρμα' εξωτερικά. Η βάση του αγάλματος ήταν από λευκό μάρμαρο.

Ο Πίλων του Βυζαντίου αναφέρει ότι χρησιμοποιήθηκαν 15 τόνοι από μπρούτζο και 9 τόνοι σιδήρου, όμως και υπολογίζεται ότι οι αληθινές ποσότητες ήσαν πολύ μεγαλύτερες. Λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι το άγαλμα της Ελευθερίας στην Νέα Υόρκη έχει το ίδιο περίπου μέγεθος και βάρος 225 τόνους, ο Κολοσσός πρέπει να είχε ανάλογο βάρος.

Το 226 π.Χ. το άγαλμα καταστράφηκε ολοσχερώς από μεγάλο σεισμό, ο οποίος κατέστρεψε την πόλη. Ο Πτολεμαίος ΙΙΙ ο Ευεργέτης προσέφερε την χρηματοδότηση για αναστήλωση του κατεστραμμένου έργου. Όμως, σύμφωνα με έναν χρησμό, απαγορεύτηκε η αναστήλωση του Κολοσσού, γιατί θεωρήθηκε ότι ο Θεός Ήλιος .

Ο ιστορικός Πλίνιος έζησε αιώνες μετά την καταστροφή του αγάλματος, κι ανέφερε ότι ακόμα και πεσμένο, τραβούσε τον θαυμασμό των ανθρώπων. Καθώς το άγαλμα στην εποχή του ήταν σπασμένο σε κομμάτια, ο Πλίνιος είχε την ευκαιρία να μελετήσει το εσωτερικό του. Έτσι, μας δίνει χρήσιμες πληροφορίες για τα υλικά και την τεχνική δόμησης του αγάλματος. Για να περιγράψει το μέγεθος του αγάλματος αναφέρει ότι λίγοι άνθρωποι μπορούσαν να κλείσουν στην αγκαλιά τους τον αντίχειρα του Κολοσσού με τα χέρια τους.

Για πολλές εκατοντάδες χρόνια τα συντρίμμια βρίσκονταν στον βυθό του λιμανιού της Ρόδου, ως που τ ο 654 μ.Χ., οι Άραβες κατέλαβαν την Ρόδο. Λέγεται ότι αποσυναρμολόγησαν τα κομμάτια του αγάλματος και τα πούλησαν στην Συρία. Μάλιστα, χρειάστηκαν 900 καμήλες για την μεταφορά των κομματιών από τα παράλια της Μικράς Ασίας απέναντι από την Ρόδο, ως την Συρία.

Ενώ παλαιότερα πιστευόταν ότι ο Κολοσσός στεκόταν στην είσοδο του λιμανιού (σημερινό Μανδράκι), οι αρχαιολόγοι σήμερα θεωρούν ότι αυτό είναι αδύνατον λόγω του μεγάλου ύψους του αγάλματος και του σχετικά μικρού πλάτους του λιμανιού.

Πρόσφατες μελέτες υπολογίζουν την τοποθεσία του αγάλματος λίγο πιο έξω από το Μανδράκι.

ΛΙΝΔΟΣ ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟ ΚΑΣΤΡΟ


ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΣΤΑΔΙΟ

ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟ ΚΑΣΤΡΟ ΣΤΗΝ ΛΙΝΔΟ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΑΡΧΑΙΑ ΕΡΕΙΠΙΑ.


ΜΑΡΣΗ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ ΥΠ. ΔΙΔΑΚΤΩΡ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΛΟΝΔΙΝΟΥ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΓΡΑΦΙΣΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ WBC
ΠΙΕΡΑΝΤΩΝΙΟΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ – ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ – ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 2008

Ο θεσμός της Αστυνομίας στην Αρχαία Ελλάδα




ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

Η προέλευση του όρου "ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ" των σύγχρονων κρατών έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελληνική λέξη "ΠΟΛΙΤΕΙΑ", η οποία σήμαινε το σύνολο των Αρχών και η δύναμη ή η εξουσία του προϊσταμένου ( άρχοντα ) να μεριμνά για τη τήρηση των θεσπισθέντων και να καθιστά αυτά απαραβίαστα.

Ο όρος "ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ" προέρχεται από την σύνθεση των όρων "Άστυ" και "Νόμος", παρελήφθη από τους Ρωμαίους ως "P O L I T I A" με την ίδια έννοια, δηλαδή την έννοια την οποία είχε καθορίσει ο Αριστοτέλης (καλή τάξη-διοίκηση της πόλεως- προστασία της ζωής ,της τιμής και της περιουσίας των πολιτών), με την έννοια την οποία είχε καθορίσει ο Πλάτωνας (κατά Νόμο ρύθμιση της ζωής της πόλεως), ο Ισοκράτης (η ψυχή της πόλεως - το σύμβολο ευφυΐας, αυτή που σκέπτεται τα πάντα και ρυθμίζει κάθε κακό και αντιμετωπίζει πάσα επισυμβαίνουσα συμφορά), αλλά και άλλοι αρχαίοι σοφοί.

Από τη Ρώμη ο όρος "POLITIA", ο οποίος αναφερόταν τόσο στο σύνολο των κρατικών Αρχών αλλά και στην Αστυνομία ειδικότερα, μεταπήδησε στη Γαλλία ως " POLICE" από τη Γαλλία στην Αγγλία με την ίδια ορολογία και από εκεί στη Γερμανία ως "POLIZEI" και στην Ιταλία ως "POLIZIA".

Ο διεθνής όρος της "Αστυνομίας" με την Ελληνική έννοια ισχύος της "ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ" είναι μια απόδειξη του ρόλου τον οποίο διαδραμάτισε η Ελλάδα από την αρχαιότητα στη Παγκοσμιότητα των Εθνών .

Ο όρος "Πολιτεία" παρατηρούμε ότι μέχρι τον ΙΔ΄ αιώνα σήμαινε την γενική έννοια της Κρατικής εξουσίας. Από τον ΙΔ΄ αιώνα έως τον ΙΗ΄, ο όρος προσδιορίζει πλέον συγκεκριμένα έργα της "Αστυνομίας" αφού καθορίζονται τα νομικά πλαίσια αστυνομικών αρμοδιοτήτων ή έργων που καλύπτουν τη πρόοδο των πόλεων.

Τέλος η αστυνομία σαν θεσμός συνδέεται με την εμφάνιση «της πόλεως» του «άστεως». Το άστυ είναι το πρώτο συνθετικό στοιχείο της έννοιας αστυνομίας. Παράλληλα έχουμε και την εμφάνιση του Δικαίου «του Νόμου», δηλαδή του δεύτερου συνθετικού στοιχείου της ίδιας έννοιας . Έτσι βλέπουμε ότι η πόλη και το Δίκαιο συμπορεύονται στην κοινωνική εξέλιξη.
Ο όρος λοιπόν αστυνομία προήλθε από τη σύνθεση δύο φαινομένων, ενός πραγματικού (άστυ - πόλη) και ενός πνευματικού (Δικαίου – Νόμος).

Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Η Ιστορία της Ελληνικής Αστυνομίας αρχίζει ουσιαστικά από τον 5ο αιώνα Π.Χ, κατά τον οποίο ιστορικές έρευνες αποδεικνύουν την ύπαρξη διακεκριμένων αστυνομικών Αρχών, την περίοδο αυτή στη πόλη των Αθηνών.

Νωρίτερα και μέχρι τον 7ο π.χ αιώνα δεν υπήρχαν ιδιαίτερες αστυνομικές Αρχές στην Αθήνα, αφού η άσκηση αστυνομικών δικαιωμάτων υπαγόταν στο βασιλιά.

Άγνωστη παραμένει η Αστυνομική Αρχή στη μυθική εποχή των Αθηνών, τη περίοδο δηλαδή που περιλαμβάνει την ιστορία της Αττικής από τους αρχαιότατους βασιλείς μέχρι του Θησέα (1.300π.χ.).

Από τον 5ο π.χ αιώνα, όταν τέθηκαν οι βάσεις του μεγαλείου και της ακμής των Αθηνών, καθιερώθηκαν και αστυνομικές Αρχές, που είχαν σαν αποστολή ανάλογη με αυτή των σύγχρονων Αστυνομικών Αρχών. Κύριο μέλημα αυτής της πρώτης αρχαίας Αστυνομίας ήταν η ευκοσμία, η υγιεινή και η καθαριότητα, η προστασία των ηθών, η αγορανομική επιτήρηση, η επιτήρηση των οικοδομών, η επιτήρηση των ξένων, η πρόληψη των δημοσίων δυστυχημάτων και πολλά άλλα αντικείμενα τα οποία σήμερα αποτελούν συνήθεις και καθημερινές ενασχολήσεις μιας σύγχρονης και εύρυθμης αστυνομίας. Είναι εξακριβωμένο ιστορικά ότι οι ποικιλόμορφες αυτές αστυνομικές ασχολίες δεν ήταν στη μέριμνα μιας και μόνης Αστυνομικής Αρχής αλλά ήταν λεπτομερώς κατανεμημένες σε διαφόρους αρχές της Πολιτείας. Η εποπτεία όλων τούτων των αρχών, ως προς την αστυνομική εξουσία, ανήκε στο ανώτατο Αθηναϊκό δικαστήριο, τον Άρειο Πάγο.

Άρχοντες που εκτελούσαν αστυνομικά καθήκοντα στη πολιτεία των Αθηναίων ήσαν οι "Αστυνόμοι", για την αστυνόμευση των οδών , οι "Aγορανόμοι", οι "Σιτώνες ή Σιτοφύλακες ", οι "Μετρονόμοι" και οι "Επιμελιτές Εμπορίου" για την αστυνόμευση της αγοράς και του εμπορίου. Άλλοι άρχοντες που εκτελούσαν Αστυνομικά καθήκοντα ήταν οι "Γυναικονόμοι", οι "Τειχοποιοί", οι "Επιμελητές των υδάτων (κρουνών)", οι "Φύλακες λιμένων", οι "Ένδεκα", οι "Στρατηγοί", και ιδίως ο "Πολέμαρχος", οι "Πρυτάνεις", και οι "Περίπολοι".

Από τους ανωτέρω ειδικότερα οι "Αστυνόμοι" είχαν την επίβλεψη των οδών και της καθαριότητας της πόλης, τη συντήρηση των κτηματικών ορίων, για να προλαμβάνονται οι διαφορές , την επιμέλεια του ιερού Ναού της Πανδήμου Αφροδίτης και καθήκοντα Αστυνομίας Ηθών.

Οι "Αγορανόμοι" ασκούσαν ειδική επίβλεψη στις τιμές και στη καθαριότητα των τροφίμων , οι "Σιτοφύλακες" ασκούσαν εποπτεία στο εμπόριο σιτηρών ειδικά, οι δε "Επιμελητές Εμπορίου" ασκούσαν εποπτεία στη διακομιδή και επάρκεια των βιοτικών αγαθών .

Οι "Γυναικονόμοι" κατά τον Πλούταρχο ασκούσαν αστυνόμευση επί των ηθών, "εζημίουν τους ακοσμούντας".

Οι "Τειχοποιοί", επόπτευαν το μεγαλύτερο έργο της Ελληνικής Αρχαιότητας. Ήταν δέκα και εξελέγχονταν ένας από κάθε φυλή. Επιμελούνταν την συντήρηση και επισκευή του μέρους των τειχών που είχαν ανατεθεί σε κάθε φυλή.

Οι "Επιμελητές Υδάτων" (κρουνών) ,επιμελούνταν την διανομή του νερού και τη καθαριότητα των πηγών, οι δε "φύλακες λιμένων", ασκούσαν εποπτεία στα πλωτά μέσα και στην κίνηση στα λιμάνια.

Οι "Ένδεκα" επιμελούνταν κυρίως την εκτέλεση των καταδιωκτικών αποφάσεων σε θάνατο. Οι "Στρατηγοί" ασκούσαν εξουσία στους Στρατευμένους πολίτες, ενώ επικεφαλής των Αστυνομικών Εξουσιών ήταν ο "Πολέμαρχος" ο οποίος είχε και την επίβλεψη των ξένων.

Οι "Πρυτάνεις" ασκούσαν αστυνόμευση στη βουλή και την Εκκλησία του Δήμου, οι δε "Περίπολοι" ήταν υποχρεωτικά στρατευμένοι νέοι από 18-20 ετών, οι οποίοι αναλάμβαναν να φυλάνε τη πόλη και τα φρούρια της Αττικής.

Να σημειωθεί ότι πολλές μεγάλες προσωπικότητες της Αρχαίας Αθήνας διαχειρίσθηκαν αστυνομικέ αρχές όπως ο νικητής της Σαλαμίνας Θεμιστοκλής ο οποίος διετέλεσε "Επιμελητής κρουνών" ο μεγάλος ρήτορας Δημοσθένης ο οποίος διετέλεσε "Σιτώνης", ο Επαμεινώνδας των Θηβών ο οποίος διετέλεσε "Υδρονομέας".

Αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Πλάτωνας στους "Νόμους" του (ΙΑ΄ 918α΄), δραματικοί ποιητές, όπως ο Σοφοκλής, Φιλόσοφοι όπως ο Αριστοτέλης, ο μέγας ρήτορας της αρχαιότητας Δημοσθένης μας πληροφορούν για τους Αστυνομικούς θεσμούς στην αρχαιότητα.


Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ

Στην Αρχαία Σπάρτη δεν συναντάμε τη ποικιλία και την εντέλεια των αστυνομικών αρχών της Δημοκρατίας των Αθηνών. Αυτό διότι ο πολιτισμός της Σπάρτης ήταν κατώτερος αυτού της Αθήνας αλλά και ο κοινωνικός βίος των Σπαρτιατών ήταν πολύ περιορισμένος σε εκδηλώσεις και ασχολίες .Στενότερα απολυταρχικό τυγχάνει το πολίτευμα της αρχαίας Σπάρτης ,που περιελάμβανε κυρίως τη βασιλική εξουσία, τη βουλή των Γερόντων και την Αγορά του Δήμου , ενώ τη πραγματική εξουσία ασκούσαν μια επιτροπή που ονομάζονταν "Έφοροι".

Στους ιστορικούς χρόνους οι έφοροι αποτελούσαν μια αρχή αυτοτελή και παντοδύναμη. Εκλέγονταν κάθε χρόνο από όλους τους ενήλικες Σπαρτιάτες και δίκαζαν τις αστικές και εγκληματικές υποθέσεις. Από κοινού με τη Γερουσία δίκαζαν ακόμη και τους βασιλείς. Όλη η εσωτερική και εξωτερική διακυβέρνηση της χώρας βρισκόταν στα χέρια των Εφόρων, έτσι κατ΄ ακολουθία η αστυνομική εξουσία αποτελούσε αντικείμενο της μέριμνας αυτών.

Οι ιστορικές πληροφορίες δεν διασαφηνίζουν σε ποια ειδικά θέματα είχε τη μέριμνα η αστυνομία στην Αρχαία Σπάρτη. Όπως αναφέρει όμως ο Πλούταρχος, η εποπτεία της Δημόσιας Τάξης είχε ανατεθεί στους εφόρους που είχαν την εξουσία και να δικάζουν. Για την εκτέλεση των έργων τους οι Έφοροι χρησιμοποιούσαν τους "Ιππείς" , ένα σώμα τριακοσίων επίλεκτων πολιτών.
Υπήρχε ακόμη αρχή εντεταλμένη για την επίβλεψη των νέων, που ονομάζονταν "Παιδονόμοι".
Ο Ησύχιος αναφέρει ότι υφίστατο στη Σπάρτη Αρχή για την ευκοσμία των γυναικών , και επιφορτισμένοι με τα καθήκοντα αυτά ήταν οι "Αρμόσυνοι".

Από επιγραφές που έχουν βρεθεί σε αρχαιολογικές ανασκαφές , προκύπτει ότι στην Αρχαία Σπάρτη λειτουργούσε αγορανομική υπηρεσία , τα όργανα της οποίας ονομάζονταν "Εμπέλωροι", καθώς και αγρονομική υπηρεσία τα όργανα της οποίας ονομάζονταν "Παιδιανόμοι". Οι υπηρεσίες των "Εμπέλωρων" και των "Παιδιανόμων" αντικαταστάθηκαν κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους από τις υπηρεσίες των "Αγορανόμων", που είχαν σαν αποστολή και πάλι την επιμέλεια της αγοράς και οι αγρονόμοι την επιμέλεια των αγροτικών ζητημάτων.
Υπήρχε επίσης ο "Επί της Κρυπτείας Τεταγμένος" το έργο του οποίου ήταν η εποπτεία των Ειλώτων, που αποτελούσε συνεχή απειλή κατά των Σπαρτιατών.

Αν επιχειρήσουμε να κατανείμουμε το αστυνομικό υλικό που έχει συλλεχθεί από την Αρχαία Σπάρτη, κατά κατηγορίες , σύμφωνα με το πολίτευμα της Νομοθεσίας του Λυκούργου, που επικρατούσε, και γενικά το Σπαρτιατικό σύστημα καταλήγουμε στις εξής κατηγορίες Αστυνομικής Επιμέλειας:

Α) Γενικής Αστυνομίας.
Αυτή ασκείτο κυρίως από τους Εφόρους, οι οποίοι πλην των άλλων καθηκόντων είχαν και την εποπτεία για την αγωγή και τη συμπεριφορά των νέων , για την επιθεώρηση της αγοράς και τον έλεγχο των τιμών των τροφίμων , για την επιτήρηση των ξένων και την απέλαση των ανεπιθυμήτων προσώπων από τη Σπάρτη καθώς και την επιτήρηση των Ειλώτων. Στην ειρηνική περίοδο ασκούσαν αστυνομικά καθήκοντα ενώ σε περίοδο πολέμου ήταν στο πλευρό του βασιλέα σαν σωματοφύλακες. Η υπηρεσία του αποτελούσε, τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και σε καιρό πολέμου, ύψιστη τιμή.

Β) Αστυνομία των Ηθών
Ήταν μια περίεργη για τις σημερινές αντιλήψεις αστυνομία, η οποία είχε σαν μέλημα την ανατροφή των νέων και νεανίδων, το σεβασμό προς τους μεγαλύτερους, τη λειτουργία των συσσιτίων, την υποχρεωτική επιβολή του γάμου, την απαγόρευση της αγαμίας, τα μέτρα κατά τη ταφή των νεκρών και το διακανονισμό του πένθους, την απαγόρευση της αποδημίας κ.λ.π. Μέριμνα για εφαρμογή διατάξεων περί των ηθών δεν υπήρχε στην Αρχαία Σπάρτη καθότι το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα που επικρατούσε απέκλειε απολύτως την ύπαρξη τέτοιων ζητημάτων. Οι "Αρμόσυνοι" ήταν η αρχή που επιτηρούσε την ευκοσμία των γυναικών, μια ευκοσμία που διαφέρει με τα σημερινά δεδομένα αφού η πορνεία , οι βιασμοί, οι αποπλανήσεις, οι απαγωγές και άλλα παρεμφερή αδικήματα δεν απασχολούσαν τη κοινωνία των αρχαίων Σπαρτιατών . Οι νεαρές γυναίκες εφόσον ήταν άγαμες θεωρούνταν ιερά πρόσωπα και γι'αυτό δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο από τους νέους, μάλιστα υποχρεούνταν να χορεύουν γυμνές ενώπιόν τους χωρίς να θεωρείται προσβολή αυτό για τη δημόσια αιδώ. Η μοιχεία ήταν κατά κάποιο τρόπο ανεκτή και επιβεβλημένη αφού ο αποκλειστικός σκοπός του γάμου ήταν η δημιουργία αρίστων απογόνων. Κατέβαλλαν ιδιαίτερη προσπάθεια για την αναπαραγωγή αρίστων απογόνων και δεν θεωρούνταν ανέντιμο να προσκαλούν εύρωστους νέους για να συνευρεθούν με τις νεαρές γυναίκες τους για την απόκτηση εύρωστων και υγιών παιδιών.

Γ) Αστυνομία της Αγορανομίας.
Ήταν μια διαφορετική από τη σημερινή αντίστοιχη υπηρεσία αφού απαγόρευε κάθε εκδήλωση πλούτου και υποχρέωνε όλους ανεξαιρέτως να μετέχουν στα κοινά συσσίτια ακόμη και τους βασιλείς. Η νομοθεσία του Λυκούργου κατήργησε τα χρυσά και ασημένια νομίσματα και αντί αυτών άφησε μόνο τα σιδερένια τα οποία ήταν μεγάλου βάρους και μικρής αξίας. Οι "Εμπέλωροι", "Παιδιανόμοι" και "Αγρονόμοι" ασχολούνταν με την επιτήρηση των βασικών βιοτικών αγαθών και των καλλιεργειών.

Δ) Αστυνομία Γενικής Ασφάλειας
Η Αστυνομία της γενικής ασφάλειας ήταν εμπιστευμένη στους Εφόρους οι οποίοι λάμβαναν μέτρα για την προστασία της πολιτείας από κινδύνους που προέρχονταν από τους "περίοικους" και τους "Είλωτες". Ενάντια του κινδύνου των Ειλώτων χρησιμοποιούντο οι ενήλικες πολίτες, οι οποίοι για να αποκτήσουν τα δικαιώματα του πολίτη της Σπάρτης έπρεπε να αποδείξουν έμπρακτα ότι ήταν ικανοί γι΄αυτό. Καιροφυλακτούσαν στα δάση και τα πλέον απομακρυσμένα σημεία, οπλισμένοι με εγχειρίδια και με τροφή για λίγες ημέρες και επιτίθονταν κρυφά στους διερχόμενους ανύποπτους Είλωτες και τους σκότωναν "εν ψυχρό" από την ανάγκη να αποκτήσουν θάρρος και τόλμη ώστε να θεωρηθούν ικανοί πολίτες και αντάξιοι των ενηλίκων. Κατά των Ειλώτων που όπως προαναφέρθηκε αποτελούσε συνεχή απειλή για τους Σπαρτιάτες χρησιμοποιούσαν μια μυστική κατά κάποιο τρόπο αστυνομία η οποία ονομαζόταν "Κρυπτείας", με κύριο μέλημα την εποπτεία τους.

Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΣΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΟΛΕΙΣ


Μπορούμε να πούμε ότι οι αστυνομικές αρχές των αρχαίων πόλεων της Αθήνας και Σπάρτης συναντώνται και στις υπόλοιπες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας.
Έτσι η Αρχή των "Αστυνόμων" συναντάται στην Κνίδο , Ευμενία, Ηράκλειο της Βιθυνίας, Ολβία, Σινώπη, Συρία , Συρακούσες, Ρόδο, Τήνο, Ηράκλειο της Συρία, Κάρπαθο και άλλες πόλεις του Πόντου.
Η Αρχή των "Αγορανόμων" υπήρχε στην Ανδανεία, Αφροδισία, ΄Αργος, Αστυπάλαια, Κύπρο, Κω, Κρήτη, Δήλο, Αίγινα, Λέσβο, Μέγαρα, Μεσημβρία, Μίλητο ,Ταίναρο , Τήνο, Θάσο, Θυάτειρα, Τράλλεις, Έφεσο, ,Χίο , Αλικαρνασσό, Σίκινο, Κέρκυρα κ.λ.
Η αρχή των "Σιτοφυλάκων" ή "Σιτώνων" ή "Σιταγερτών" συναντάται στη Δήλο, Κάρυστο, Ηράκλειο της Συρίας, Ταυρομένιο κ. λ.
Οι "Γυναικονόμοι" όπως προκύπτει από επιγραφές υπήρχαν στην Ανδανεία, Γάμβριο της Περγάμου, στη Μαγνησία κ.λ
Οι "Έφοροι", οι "Επιμελητές κρουνών" , οι "Τειχοποιοί" και οι "φύλακες λιμένων" υπήρχαν σε όλες σχεδόν τις Ελληνικές πόλεις .

Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΣΤO BYZANTIO

Οι Αρχές στο Βυζάντιο ήταν :

  1. Ο Έπαρχος της πόλης, ο οποίος ασκούσε την ανώτατη διοικητική εξουσία της πόλης.
  2. Ο Πραίτωρ του δήμου, ο οποίος ασκούσε αστυνομικά καθήκοντα.
  3. Ο Έπαρχος του Σίτου, η αρμοδιότητα του οποίου ήταν να παρακολουθεί τον τρόπο της παρασκευής και της διάθεσης του άρτου.
  4. Οι Επιμελητές.
  5. Οι Πράκτορες της Μυστικής Αστυνομίας.
  6. Ο Κβέστωρ, παρακολουθούσε τις κινήσεις των ξένων και των επισκεπτών της πόλης.


Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Στην περίοδο αυτή στην Ελλάδα για τους Τούρκους υπήρχαν τα κάτωθι πρόσωπα που ασκούσαν αστυνομικά καθήκοντα :

  1. Ο Βοεβόδας, ο οποίος ήταν διοικητής της επαρχίας. Είχε τη γενική εποπτεία όλων των θεμάτων που είχαν αστυνομικά ενδιαφέροντα.
  2. Ο Καπού-Μπουλούκμπαση, ο οποίος εκτελούσε τις διαταγές του βοεβόδα.
  3. Οι Αγάδες. Αυτοί ήταν Τούρκοι άρχοντες βοηθοί και σύμβουλοι του βοεβόδα.

Για τους Έλληνες αστυνομικά καθήκοντα ασκούσαν :

  1. Oι Δημογέροντες. Αυτοί είχαν ως αποστολή να μεριμνούν για την εξυπηρέτηση των αναγκών των μελών της κοινότητας. Για την άσκηση αυτής της εξουσίας διόριζαν τους πολιτοφύλακες, τους αγροφύλακες και τους εθνοφύλακες.
  2. Οι Προεστοί. Αυτοί ήταν άρχοντες ανώτεροι των Δημογερόντων, είχαν την γενική εποπτεία αυτών και παρουσιάζονταν ενώπιον των Τουρκικών Αρχών ως προστάτες των καταπιεσμένων Ελλήνων.


Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΕΟΤΕΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Όταν ο Καποδίστριας, ως πρώτος κυβερνήτης του απελευθερωμένου ελληνικού κράτους, έφθασε στο Ναύπλιο το 1828 συνάντησε ερείπια, λιμό και αναρχία. Αυτή την κατάσταση έπρεπε ο Καποδίστριας να μεταμορφώσει σε κράτος και να αποσπάσει την εύνοια των μεγάλων δυνάμεων.Έτσι δόθηκαν οδηγίες στους διορισμένους διοικητές των επαρχιών για την αστυνόμευση με κύρια μελήματα τη δημόσια υγεία, την είσοδο-έξοδο αλλοδαπών και την εσωτερική ασφάλεια.

Στο Ναύπλιο την ίδια περίοδο (1828) ιδρύθηκε η Πολιταρχεία, η οποία είχε καθήκοντα κυρίως εκτελεστικής δύναμης. Ταυτόχρονα συγκροτήθηκε για την εμπέδωση της δημόσιας ασφάλειας μια Πεντακοσιαρχία υπό τον τίτλο «Eκτελεστική Δύναμη Πελοποννήσου» η οποία διαιρέθηκε σε τμήματα που εγκαταστάθηκαν στην Πελοποννήσου. Επικεφαλής της δύναμης αυτής ήταν ο Ιωάννης Μακρυγιάννης. Η δύναμη αυτή, η οποία είχε θετική δράση στην καταπολέμηση της ληστείας, υπήρξε ο πρόδρομος της Χωροφυλακής.

Στις 29-01-1829 ο Καποδίστριας με ψήφισμα του δημοσιεύει τον «Κανονισμό της αστυνομίας και καθηκόντων αυτής». Τα καθήκοντα αυτά ήταν κυρίως ο έλεγχος κίνησης αλλοδαπών και κατοίκων άλλων επαρχιών, ο έλεγχος συνομωσιών, ο έλεγχος οπλοφορίας, ο έλεγχος επαιτών, λεσχών και καφενείων, ο έλεγχος οικοδομών, η φρούρηση φυλακών, η εκτέλεση διοικητικών και δικαστικών αποφάσεων, η άσκηση δικαστικής αστυνομίας…

Με τη δολοφονία του κυβερνήτη το κράτος οδηγήθηκε σε αναρχία και ήταν αδύνατο να παράσχει τη στοιχειώδη προστασία στο λαό από τους ληστές και τους λοιμούς.

Η άφιξη του Όθωνα (1832-1862) βρήκε το κράτος σε άθλια κατάσταση. Την αποκατάσταση της τάξης την ανέλαβε το σώμα των 5.000 Βαυαρών στρατιωτών, το οποίο συνόδευε τον Όθωνα. Στις 15-6-1833 ιδρύθηκε το σώμα της Χωροφυλακής ενώ στις 27-12-1833 καθιερώθηκε και η Δημοτική Αστυνομία με τη διαίρεση της χώρας σε δήμους. Στους δήμους την αστυνομική εξουσία την ασκούσε ο Δήμαρχος, ενώ διορίζονταν ως ανώτεροι υπάλληλοι ένας ή δύο «Αστυνόμοι» κάτω από την ευθύνη του Δημάρχου. Με το νόμο της 10-03-1834 οι δήμοι ανέλαβαν και δικαστική εξουσία υπό την καθοδήγηση του εισαγγελέα. Την 31-12-1836 εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα «περί δημοτικής αστυνομίας» του οποίου το περιεχόμενο περιείχε τις αρμοδιότητες της νέας αρχής. Στα καθήκοντα αυτά περιλαμβάνονταν η τήρηση της ευκοσμίας, της τάξης, της αγορανομίας, της αστυνόμευσης, των ηθών, η δημόσια ασφάλεια, καθώς και προληπτικά μέτρα για την αποτροπή δυστυχημάτων.
Αστυνομικά σώματα που ιδρύθηκαν κατά την Οθωνική περίοδο ήταν η Οροφυλακή, η Εθνοφυλακή και η Διοικητική Αστυνομία με περιορισμένα όμως καθήκοντα δημόσιας ασφάλειας όπως η φύλαξη των συνόρων και του συνταγματικού καθεστώτος.


Οι Αρχαίοι Πειρατές της Μεσογείου



Αναπαράσταση του μύθου της απαγωγής του Διονύσου από Τυρρηνούς πειρατές,
σε κύλικα του Εξεκία (περ. 530 π.Χ.) που βρέθηκε στην ετρουσκική πόλη Vulci
.

Η πειρατεία στον αρχαίο μεσογειακό κόσμο αποτελεί την αρχαιότερη καταγεγραμμένη εμφάνιση του φαινομένου της πειρατείας, δηλαδή της καταλήστευσης πλοίων και πόλεων από ένοπλες ναυτικές ομάδες. Ξεκινώντας από αλασγικές, αιγυπτιακές και ουγκαριτικές πηγές της 2ης π.Χ. χιλιετίας, περνώντας απ' τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο, το Θουκυδίδη και φτάνοντας ως το Λίβιο και τον Πλούταρχο, οι περισσότεροι συγγραφείς της αρχαιότητας ασχολήθηκαν με τα έργα και τις ημέρες των πειρατών.

Δεν είναι όμως μόνο οι καταγραφές. Θεωρείται βέβαιο ότι η Μεσόγειος Θάλασσα υπήρξε ο πρώτος ευρύς γεωγραφικός χώρος που η πειρατεία απέκτησε μαζικά χαρακτηριστικά. Ως μέθοδος προσπορισμού υλικού πλούτου και δούλων, αξιοποιήθηκε από σχεδόν όλους τους λαούς που κατοίκησαν τις ακτές της κατά την αρχαιότητα: από τους προϊστορικούς Λαούς της Θάλασσας και τους Ετρούσκους μέχρι τους Ιλλυριούς και τους Κίλικες των τελευταίων προχριστιανικών αιώνων, ακόμα και τους Έλληνες που μαζί με τον κλασικό πολιτισμό γέννησαν κάποιους από τους φοβερότερους πειρατές του τότε γνωστού κόσμου. Ενίοτε η ηγεμονία κάποιων δυνάμεων σε ευρύτερα τμήματα της θάλασσας (Αιγύπτιοι, Μινωίτες, Αθηναίοι) περιόριζε προσωρινά τη δράση των πειρατών, αλλά αυτό επ' ουδενί σήμαινε την εξάλειψή τους. Η πλήρης καταστολή της πειρατείας επιτεύχθηκε μόλις τον 1ο αι. π.Χ. από τους Ρωμαίους με το Γαβίνειο Νόμο, ήταν δε αποτέλεσμα διπλής ωρίμανσης: στρατιωτικής, αφού μόνο τότε κάποιο κράτος κατέκτησε τέτοια ισχύ ώστε να μπορεί να επιβάλει το νόμο του σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, και πολιτικής με τη μετατροπή της Μεσογείου σε ρωμαϊκή θάλασσα.

Δεν είναι υπερβολή εάν ειπωθεί, πως η ιστορία της πειρατείας ξεκινά σχεδόν ταυτόχρονα με την ιστορία της ναυτιλίας και του εμπορίου. Το πού ακριβώς ο άνθρωπος ξεκίνησε να χρησιμοποιεί συστηματικά θαλάσσια μέσα, το γνωρίζουμε: στη Μεσόγειο. Το πότε, δεν μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια. Σίγουρα πάντως ήταν πολύ πριν απ' το 3000 π.Χ., όταν δημιουργήθηκαν οι πρώτες σωζόμενες αναπαραστάσεις πλοίων. Τέχνεργα από οψιανό (ορυκτό γυαλί της Μήλου) που βρέθηκαν σε νεολιθικούς οικισμούς της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου, πιστοποιούν ότι η ναυσιπλοΐα δεν ήταν άγνωστη για τον κάτοικο της νεολιθικής Ελλάδας. Στο ίδιο συμπέρασμα συνηγορεί η εμφάνιση ενός ώριμου πολιτισμού άγνωστης προέλευσης στην Κρήτη γύρω στο 6000 π.Χ.

Στη μυκηναϊκή και γεωμετρική Ελλάδα, η πειρατεία θεωρείτο κοινωνικά αποδεκτή δραστηριότητα που έχρηζε καταστολής μόνο όταν στρεφόταν εναντίον συμπολιτών, ο δε πειρατής συχνά λάμβανε την ενθάρρυνση των τοπικών ηγεμόνων στο έργο του. Αυτό αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στον τρόπο που ο μεταμφιεσμένος Οδυσσέας συστήνεται στον Εύμαιο ως δήθεν βετεράνος του Τρωικού Πολέμου που εν συνεχεία έγινε πειρατής στην Αίγυπτο, με λόγια που δείχνουν ότι ο πειρατής ήταν αξιοσέβαστη προσωπικότητα.

Γενικά, ο Όμηρος περιγράφει συχνά με θαυμασμό σχετικές πράξεις από Έλληνες. Αναφέρει μάλιστα πόλεις-κράτη που ζούσαν σχεδόν αποκλειστικά από την καταλήστευση ξένων εμπορικών πλοίων, όπως για παράδειγμα η Τάφος (σύμπλεγμα μικρών νησιών ανατολικά της Λευκάδας) που οι πολίτες της αγαπούσαν το κουπί και εμπορεύονταν σκλάβους. Οι Τάφιοι πειρατές ήταν τόσο ξακουστοί, που μια κεντητή απεικόνισή τους «επί το έργον» ήταν το κεντρικό θέμα στη διακόσμηση του μαγικού χιτώνα, τον οποίο χάρισε η Αθηνά στον Ιάσονα σύμφωνα με τη φαντασία του Απολλώνιου του Ρόδιου.

Συναφής δραστηριότητα ήταν και η ληστεία πλοίων από τους ναυαγιστές. Αυτοί άναβαν παραπλανητικές φωτιές στην ξηρά τα βράδια, ώστε να μπερδέψουν τους καπετάνιους των διερχόμενων πλοίων (που νόμιζαν ότι πλησίαζαν σε λιμάνι) και να τους οδηγήσουν σε ξέρες. Τότε επέδραμαν στα ακινητοποιημένα ή βυθιζόμενα πλοία και τα λεηλατούσαν - πρόκειται για μια πρακτική που εγκαταλείφθηκε μόλις το 19ο αιώνα μ.Χ. Διάσημος ναυαγιστής της μυθολογίας ήταν ο αργοναύτης Ναύπλιος, πατέρας του Παλαμήδη που θανατώθηκε άδικα με λιθοβολισμό στον Τρωικό Πόλεμο. Για να εκδικηθεί την εκτέλεση του γιου του, ο Ναύπλιος οδήγησε με το παραπάνω τέχνασμα πολλά ελληνικά καράβια στα βράχια του Καφηρέα ενώ επέστρεφαν απ' την Τροία.

Αρχαϊκή και κλασική περίοδος

Καθώς ο ελληνικός κόσμος όδευε προς την κλασική εποχή, οι περισσότερες πόλεις προσπαθούσαν να θωρακισθούν εναντίον όσων ληστών απειλούσαν τις ακτές ή τα πλοία τους κατά μόνας, αλλά συνέχιζαν να αδιαφορούν για την εξάλειψη της πειρατείας εκτός των ορίων τους. Αρκετές εξακολούθησαν να είναι ηθικοί ή φυσικοί αυτουργοί: o Ηρόδοτος περιγράφει σχετικές δραστηριότητες των Σαμίων και των Ιώνων της Μικράς Ασίας, ενώ ο Θουκυδίδης αναφέρει τους Λοκρούς, Αιτωλούς και Ακαρνάνες ως λαούς που επιδίδονταν στη θαλάσσια ληστεία. Εξίσου επικίνδυνα ήταν τα Κύθηρα, για τα οποία ο Σπαρτιάτης σοφός Χίλων είχε πει ότι καλύτερα να καταποντίζονταν στο βυθό της θάλασσας, παρά να γίνονταν σπαρτιατική κτήση - τις τακτικές των Κυθηρίων θα πρότεινε αργότερα ο Δημάρατος στον Ξέρξη για να καταλάβει τη Λακεδαίμονα.

Χαρακτηριστικότερη όλων ήταν η περίπτωση του Σαμίου τυράννου Πολυκράτη, ο οποίος συγκρότησε ένα στόλο από 100 «πεντηκοντέρους» (πολεμικά πλοία με 50 κουπιά) και 1.000 τοξότες και λυμαινόταν το Αιγαίο Πέλαγος. Για τον Ηρόδοτο ο Πολυκράτης δεν ήταν κατακριτέος για αυτές καθ' αυτές τις ενέργειες, αλλά διότι ἔφερε καὶ ἦγε πάντας διακρίνων οὐδένα, δηλ. λήστευε τους πάντες χωρίς να κάνει διάκριση σε φίλους και εχθρούς.

Η πρώτη προσπάθεια συστηματικής καταστολής και συνάμα ηθικής απονομιμοποίησης της πειρατείας στους ιστορικούς χρόνους, ήλθε από την Αθήνα τον 5ο αιώνα π.Χ. Έχοντας εξασφαλίσει τον πολιτικό και οικονομικό έλεγχο σχεδόν ολόκληρου του Αιγαίου Πελάγους μέσω της Δηλιακής Συμμαχίας, οι Αθηναίοι εξαπέλυσαν άγριο κυνηγητό εναντίον οποιουδήποτε απειλούσε την απρόσκοπτη διακίνηση των πλοίων και των εμπορευμάτων. Από εκείνη την περίοδο διασώζονται τουλάχιστον δύο εκστρατείες με αποκλειστικό αντικειμενικό σκοπό την καταστολή της πειρατείας: του Κίμωνα εναντίον των Δολόπων της Σκύρου και του Περικλή στη Θράκη, τη γεμάτη πειρατικά λημέρια. Πιστεύεται ότι η προστασία που προσέφερε η αθηναϊκή θαλασσοκρατία στο μέσο ταξιδιώτη ή κάτοικο του Αιγαίου, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα χρόνια του Μίνωα που αναπολούσαν οι αρχαίοι συγγραφείς.

Με εξαίρεση τα πρώτα χρόνια μετά την ήττα τους στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Αθηναίοι κράτησαν έως και τον 4ο αιώνα π.Χ. τα σκήπτρα στο Αιγαίο, καταδιώκοντας την πειρατεία. Ο Δημοσθένης διασώζει πως στην εποχή του ίσχυε το ψήφισμα του συγχρόνου του Μοιροκλή «κατὰ τῶν τοὺς ἐμπόρους ἀδικούντων», βάσει του οποίου τιμώρησαν τους Μηλίους με πρόστιμο δέκα ταλάντων, επειδή υποδέχθηκαν πειρατές στο νησί τους. Όμως οι πειρατές δε σταμάτησαν να αποτελούν κίνδυνο, ιδιαίτερα όσοι εξορμούσαν από μακρινές περιοχές, δεδομένου μάλιστα ότι η Αθήνα έμπαινε σε φάση παρακμής. Στο επιτύμβιο επίγραμμα κάποιου Λεωνίδα απ' τον Τάραντα που διασώζεται στην Παλατινή Ανθολογία, αναπαράγεται η στερεότυπη αντίληψη για τους Κρήτες ως πάντοτε ληστές και πειρατές, ποτέ δίκαιοι. Πράγματι, από τις αρχές της 1ης χιλιετίας που το νησί κατακτήθηκε απ' τους Δωριείς μέχρι και τα ελληνιστικά χρόνια, οι Κρήτες αποτελούσαν φόβο και τρόμο για τους ναυτικούς. Πόλεις όπως η Κυδωνία ή η Ελεύθερνα εξελίχθηκαν σε σπουδαία εμπορικά κέντρα χάρη στη διάθεση σκλάβων (κυρίως γυναικόπαιδων) και αγαθών που προέρχονταν από την πειρατεία. Παρόμοιο παράδειγμα ήταν οι πειρατές της Μαύρης Θάλασσας, οι οποίοι συνεργάζονταν με πόλεις του Βοσπόρου και ειδικεύονταν στις απαγωγές ταξιδιωτών - κατόπιν έβαζαν τα θύματά τους να γράψουν δακρύβρεχτες επιστολές προς τους συγγενείς τους για να τους εξαγοράσουν.

Φοβεροί πειρατές προς τα τέλη της κλασικής περιόδου θεωρούνταν επίσης οι Ιλλυριοί και οι Ετρούσκοι, οι οποίοι λυμαίνονταν τα δρομολόγια μεταξύ της ηπειρωτικής και της Μεγάλης Ελλάδας. O Μέγας Αλέξανδρος κατάφερε προσωρινά να περιορίσει τους πρώτους, όταν εξανάγκασε ολόκληρη την Ιλλυρία σε υποταγή και πήρε κάποιους στο στρατό του. Οι δεύτεροι, των οποίων χώρος δράσης ήταν αρχικά η Δυτική Μεσόγειος, βγήκαν στην βόρεια Αδριατική τον 5ο αι. π.Χ. και σύντομα εξελίχθηκαν σε μείζονα απειλή για το αθηναϊκό εμπόριο. Διασώζεται ότι οι Αθηναίοι είχαν απευθύνει έκκληση προς τον Αλέξανδρο να λάβει μέτρα - αυτός εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του (για να τον καταλαγιάσουν οι Ετρούσκοι απέστειλαν πρεσβεία που τον βρήκε στη Βαβυλώνα), αλλά ήταν υπερβολικά απασχολημένος στην Ανατολή για να ασχοληθεί με κάτι που είχε τις ρίζες του στην ιταλική χερσόνησο. Ταυτόχρονα πρεσβεία έστειλαν κι οι Ρωμαίοι, είτε επειδή και αυτοί είχαν κατηγορηθεί από τον Αλέξανδρο για πειρατεία, ή από ανταγωνισμό προς τους Ετρούσκους για το ποιος θα έχει καλύτερες σχέσεις με τον Έλληνα ηγεμόνα

Ελληνιστική περίοδος

Η διάσπαση της αυτοκρατορίας του Μ. Αλεξάνδρου σε μικρότερα βασίλεια, τα οποία αναλώνονταν σε μεταξύ τους διενέξεις, οδήγησε την πειρατεία σε νέα άνθιση. Δεν ήταν μόνο η αδυναμία των διαδόχων να ελέγξουν τις θάλασσες, αλλά και το ότι συχνά τα ελληνιστικά βασίλεια επιζήτησαν τη συνεργασία των πειρατών στους μεταξύ τους πολέμους, εργαλειοποιώντας την πειρατεία σε μέθοδο ρύθμισης των ναυτικών ισορροπιών της Ανατολικής Μεσογείου. Πολλοί μονάρχες στρατολογούσαν Κρήτες και Αιτωλούς. Ο «αρχιπειρατής» του 3ου αιώνα π.Χ. υπηρετούσε όποιον του προσέφερε περισσότερα σε καιρό πολέμου, ενώ λεηλατούσε πλοία και πόλεις για λογαριασμό του σε καιρό ειρήνης..

Επίσης οι Ιλλυριοί επανεμφανίσθηκαν στο Ιόνιο Πέλαγος, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία των Αντιγονιδών και των Ηπειρωτών, και από εκεί επέδραμαν εναντίον των ακτών της Δυτικής Ελλάδας (χαρακτηριστικά: Ήπειρος και Μοθώνη, Αιτωλία) ή λεηλατούσαν ελληνικά και ρωμαϊκά πλοία. Η Ρώμη δοκίμασε το 230 π.Χ. να έλθει σε συνεννόηση μαζί τους, ώστε να εξασφαλίσει ελεύθερο διάπλου για τα καράβια της, αλλά οι Ιλλυριοί δολοφόνησαν ένα μέλος της αντιπροσωπείας (άγνωστο εάν έγινε με βασιλική εντολή). Μετά από αυτό, ρωμαϊκές λεγεώνες εξεστράτευσαν για πρώτη φορά στα Βαλκάνια (Α' Ιλλυρικός Πόλεμος).

Στο Αιγαίο, βασικός διώκτης των πειρατών σε αυτήν την περίοδο υπήρξε η Ρόδος, η οποία γύρω στο 300 π.Χ. δημιούργησε ένα νέο σκάφος, την τριημιολία, για την καταδίωξη των πειρατικών ημιολιών. Στο πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ. οι Ρόδιοι δοκίμασαν να περιορίσουν την κρητική πειρατεία στα πλαίσια δύο πολέμων, του Α' και του Β' Κρητικού, χωρίς απόλυτη επιτυχία.

Ύστερη ελληνιστική περίοδος

Καθώς η ελληνιστική εποχή πλησίαζε προς το τέλος της, τα πιο διαβόητα πειρατικά λημέρια του ελληνικού κόσμου μεταφέρονταν στην Τραχεία Κιλικία, δηλ. τα μικρασιατικά παράλια ΒΑ της Κύπρου.

Για μεγάλο διάστημα στον 3ο π.Χ. αιώνα, όσο η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών περιπολούσε τις ρότες μεταξύ Συρίας και ελλαδικού χώρου, η πειρατεία στην Κιλικία βρισκόταν σε ύφεση, τουλάχιστον σε σύγκριση με το Αιγαίο. Όμως μετά το 190 π.Χ. και τις ήττες του Αντιόχου Γ' σε Μαγνησία και Μυόνησο, οι Σελευκίδες απέσυραν το ναυτικό τους, αφήνοντας ένα «κενό αστυνόμευσης» που δεν μπόρεσαν να αναπληρώσουν οι νέοι κύριοι της ευρύτερης περιοχής (οι σύμμαχοι των Ρωμαίων). Αυτό επέτρεψε την εγκατάσταση πειρατών από τον ελλαδικό χώρο (κυρίως Ακαρνάνων), φυγάδων κατά την περίοδο των Μακεδονικών Πολέμων. Έτσι πολύ σύντομα εγκαθιδρύθηκε στην Κιλικία μια απρόσβλητη πειρατική επικράτεια, ενισχυόμενη και από κάποιους τελευταίους αντιρωμαίους ηγεμόνες της Μικράς Ασίας, από όπου για παραπάνω από έναν αιώνα εξορμούσαν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.

Ο Πλούταρχος, ο οποίος έζησε λίγες δεκαετίες μετά την καταστολή των Κιλίκων από τους Ρωμαίους, μας άφησε μία περιγραφή που ταιριάζει περισσότερο σε οργανωμένη κοινότητα παρά σε άθροισμα ληστρικών ομάδων. Αναφέρει ότι είχαν δικό τους θεό (το Μίθρα) και διέθεταν ένα οργανωμένο δίκτυο αμυντικών οχυρώσεων και λιμανιών, υπολογίζει δε ότι στο απόγειό τους διέθεταν πάνω από 1000 πλοία, είχαν καταλάβει 400 πόλεις και οργάνωναν επιδρομές μέχρι τη Σαμοθράκη, τη Λευκάδα και το Λακίνιο (περιοχή της Καλαβρίας).

Δυτική Μεσόγειος

Τα νερά στα δυτικά της ιταλικής χερσονήσου δεν ήταν λιγότερο επικίνδυνα. Βασικός χώρος άσκησης της πειρατείας ήταν το Τυρρηνικό πέλαγος, απ' όπου διερχόταν το μεγαλύτερο κομμάτι του εμπορίου της Δυτικής Μεσογείου.

Ετρούσκοι

Μερικοί μελετητές υποστηρίζουν ότι ένας από τους Λαούς της Θάλασσας, αυτός που στις αιγυπτιακές γραφές περιγράφεται με το όνομα «Trš.w», είναι οι Τυρρηνοί (δηλ. οι Ετρούσκοι). Είτε αυτή η ερμηνεία στέκει είτε όχι, κατά τους αρχαϊκούς και πρώτους κλασικούς αιώνες η πειρατεία του Τυρρηνικού Πελάγους και οι Ετρούσκοι εξελίχθηκαν σε σχεδόν συνώνυμες έννοιες. Η συγκεκριμένη ενασχόληση, ως μία μορφή «πολύ ενεργητικού εμπορίου» κατά τα τότε ήθη, αποτέλεσε έναν από τους τρεις βασικούς παράγοντες για την άνθιση του πολιτισμού τους (οι άλλοι δύο ήταν η γεωργία και τα πλούσια μεταλλεία σιδήρου).

Ο μύθος της απαγωγής του Διονύσου καταδεικνύει πως δεν περιορίζονταν απλά στις κοντινές τους θάλασσες, αλλά μπορούσαν να φθάσουν μέχρι την Κύπρο, την Αίγυπτο και τη Μαύρη Θάλασσα. Θύματά τους ήταν κυρίως οι Ρωμαίοι, οι Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδας ή άλλοι μικρότεροι λαοί της περιοχής, και αραιότερα οι Καρχηδόνιοι.

Κατά τα κλασικά χρόνια βγήκαν και στις ανατολικές τους θάλασσες (συμμετείχαν μάλιστα στη Σικελική Εκστρατεία), αλλά πλέον η δύναμή τους έβαινε φθίνουσα από το 474 π.Χ. (Μάχη της Κύμης) και ύστερα. Το κράτος τους κατέρρευσε οριστικά στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. αδυνατώντας να ανταπεξέλθει στην πίεση των Ρωμαίων και των Γαλατών.

Έλληνες

Με την εγκατάσταση Ελλήνων στη Νότια Ιταλία -κι ακόμα παραπέρα- κατά την αρχαϊκή εποχή (β' αποικισμός), οι Ετρούσκοι απέκτησαν ισχυρούς ανταγωνιστές. Πολλές φορές η τοποθεσία μιας αποικίας επιλεγόταν (μεταξύ άλλων κριτηρίων) από το πόσο θα ευνοεί τους νέους κατοίκους της στον πειρατικό ανταγωνισμό. Παραδείγματος χάριν, αυτός είναι ο βασικός λόγος που η Κύμη επέλεξε το συγκεκριμένο σημείο στο ΒΔ άκρο της Σικελίας για να ιδρύσει τη Ζάγκλη. Επίσης οι Φωκαείς που εξαπλώθηκαν μέχρι τη Μασσαλία και την Αλαλία της Κορσικής (περ. 600 και 565 π.Χ. αντίστοιχα) αρέσκονταν στην πειρατεία. To 535 οι Ετρούσκοι και οι Καρχηδόνιοι συνασπίσθηκαν για να τους ανακόψουν, αλλά οι Φωκαείς τους καταναυμάχησαν ανοιχτά της Σαρδηνίας - έστω κι αν αυτή η νίκη ήταν καδμεία, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο.

Οι Έλληνες πειρατές στη Δυτική Μεσόγειο πολλαπλασιάσθηκαν στη συνέχεια, συνεπεία της κατάρρευσης των Ετρούσκων, της ίδρυσης νέων αποικιών στο νότιο Τυρρηνικό και των αναστατώσεων στον κυρίως ελληνικό χώρο κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. - χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του Ηροδότου για ένα στρατηγό της Ιωνικής Επανάστασης, το Διονύσιο το Φωκαέα: όταν οριστικοποιήθηκε η ήττα του ιωνικού στόλου από τους Πέρσες στη Λάδη (494 π.Χ.), ο Διονύσιος εκτίμησε ότι σύντομα η πόλη του θα έμπαινε ξανά υπό περσικό ζυγό. Αντί λοιπόν να επιστρέψει στη Φώκαια, διέφυγε στη Σικελία και έζησε ως πειρατής, χωρίς να πειράζει τα ελληνικά καράβια αλλά μόνο τα καρχηδονιακά και τα τυρρηνικά.

Οι Αιολίδες Νήσοι (ΒΔ της Ζάγκλης) έγιναν πειρατικός παράδεισος. Ο Λίβιος αναφέρει ένα περιστατικό που βρίσκουμε και σε άλλους συγγραφείς: Όταν οι Ρωμαίοι υπέταξαν τους Βηίους (396 π.Χ.), αποφάσισαν να στείλουν στο Μαντείο των Δελφών ένα αναθηματικό χρυσό κύπελλο, αξίας ίσης με το 1/10 της λείας. Οι Αιολιανοί όμως κατέλαβαν εν πλω το καράβι που μετέφερε την πρεσβεία και το πήγαν στο Λίπαρι, για να κάνει τη μοιρασιά ο ανώτατος άρχοντάς τους. Εκείνη τη χρονιά την ηγεσία είχε ο Τιμασίθεος, ο οποίος όταν έμαθε την εθνικότητα και τον ιερό σκοπό των ταξιδευτών, τους επέστρεψε το καράβι και το πολύτιμο φορτίο του και διέταξε τους άνδρες του να το συνοδεύσουν σε όλο το ταξίδι για να το προστατεύσουν από άλλους πειρατές

Το Δίκαιο στην Αρχαϊκή Περίοδο της Ελλάδας

Ελλάδας


Mοιραστείτε το:  144  0
 



Η συνείδηση από όλους τους Έλληνες της κοινής καταγωγής, εθίμων και γλώσσας ενισχύθηκε στην Αρχαϊκή περίοδο. Παράλληλα, ωστόσο, καλλιεργήθηκε και ένα αίσθημα ιδιαίτερης "τοπικής" υπερηφάνειας, που σχετιζόταν με την ανάπτυξη των πόλεων-κρατών. Στην Αθήνα οι κοινωνικές δομές προσδιορίζονται σαφέστερα μεταξύ του 8ου και του 6ου αιώνα π.X. Ο δήμος, μια μορφή κοινωνικής συγκρότησης γνωστή από παλαιότερες εποχές, είναι ο τελευταίος που αποκτά θεσμοθετημένη υπόσταση στα τέλη του 6ου αιώνα π.X. Στη διάρκεια του ίδιου αιώνα γίνεται σαφής διαχωρισμός των τάξεων, ενώ παράλληλα αυξάνει -σε σχέση με το παρελθόν -η κοινωνική κινητικότητα.

Η κωδικοποίηση του δικαίου κατά την Αρχαϊκή περίοδο οφείλεται από τη μια στη χρήση της γραφής και από την άλλη στο όλο και πιεστικότερο αίτημα για ισονομία. Οι παραδόσεις για τους πρώτους νομοθέτες χάνονται στα όρια του θρύλου. Η αθηναϊκή νομοθεσία, ακόμη και μετά την Αρχαϊκή περίοδο, φέρει τη σφραγίδα του Δράκοντα και του Σόλωνα.

Στον τελευταίο οφείλεται η συγκρότηση ενός νέου δικαστικού σώματος και ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα διάφορα δικαστήρια. Πολλές από τις ρυθμίσεις του, που αφορούσαν τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό δίκαιο, συνέχισαν να ισχύουν και κατά την Κλασική περίοδο.


Παραδόσεις και Νομοθέτες

Σήμερα είναι γενικά αποδεκτό ότι στο α' μισό του 7ου αιώνα π.X. διατυπώθηκε στις ελληνικές πόλεις η ανάγκη για γραπτούς νόμους. Το έργο αυτό πραγματοποιούσε συνήθως κάποιος άρχοντας της πόλης περιβεβλημένος με ιδιαίτερες εξουσίες. Στην Αθήνα της πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, το δίκαιο απένειμαν οι άρχοντες κατά τη βούλησή τους. Ο παλαιότερος θεσμός του βασιλιά είχε πια μετατραπεί σε άρχοντα βασιλέα. Ο τελευταίος από τις αρχικές νομοθετικές και δικαστικές του εξουσίες πλέον ασκούσε μόνον όσες σχετίζονταν με την προάσπιση και την εφαρμογή του ιερού δικαίου. Εξαιτίας αυτού μεριμνούσε και για τα εγκλήματα ασέβειας ή ανθρωποκτονίας, δεδομένου ότι ο φόνος θεωρούνταν πάντα ανοσιούργημα, επέσυρε την οργή των θεών και έφερε άγος στην πόλη.

Ένας από τους αρχαιότερους νομοθέτες, για τον οποίο όμως δεν είμαστε βέβαιοι αν υπήρξε πραγματικά ή πρόκειται για μυθικό πρόσωπο, ήταν ο Λυκούργος της Σπάρτης. Η ιδιαιτερότητα της μορφής του συνδέεται με το γεγονός ότι ο ίδιος απαγόρευσε να καταγραφούν οι νόμοι που θέσπισε, αλλά ταυτόχρονα πρόβλεψε και αυστηρή τιμωρία σε όποιον επιχειρούσε να τους αλλάξει. Πράγματι η Σπάρτη δε διέθετε γραπτό δίκαιο, τουλάχιστον ως την Κλασική περίοδο. άλλωστε και η λέξη ρήτρα, όπως αποκαλούνταν ο νόμος στη Σπάρτη, υποδηλώνει τον προφορικό του χαρακτήρα.

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι παλαιότεροι γραπτοί νόμοι ήταν του Ζάλευκου για τους Επιζεφύριους Λοκρούς και τους χρονολογούσαν συμβατικά γύρω στο 662 π.X. O ίδιος ο Ζάλευκος μάλιστα ισχυριζόταν ότι τους είχε παραλάβει από την Αθηνά. H απόδοση των νόμων σε θεία έμπνευση αποτελούσε κοινό φαινόμενο στους πρώιμους νομοθέτες, δίχως άλλο για να περιβάλουν το έργο τους με τον αναγκαίο σεβασμό και να εξασφαλίσουν την πιστή τήρησή του. Ο Λυκούργος, επίσης, ισχυριζόταν ότι οι νόμοι του προέρχονταν από το μαντείο των Δελφών. Μία ανάλογη παράδοση ήταν διαδεδομένη και στην Κρήτη, όπου η νομοθεσία και η απονομή της δικαιοσύνης σχετίζονταν με τις μυθικές μορφές του Μίνωα και του Ραδάμανθη.
Oι νόμοι του Ζάλευκου, όπως και εκείνοι του Δράκοντα στην Αθήνα, θεωρούνταν πολύ σκληροί. Ορισμένοι μάλιστα όπως ο λεγόμενος lex talionis, αναλογούσαν στο γνωστό "οφθαλμόν αντί οφθαλμού". Ωστόσο, οι πηγές διίστανται ως προς την απόδοσή του στο Ζάλευκο.

Σύμφωνα με το Διόδωρο, ο παραπάνω νόμος οφείλεται σε έναν άλλο νομοθέτη του 7ου αιώνα π.X., που επίσης καταγόταν από ελληνική αποικία της Δύσης. Πρόκειται για το Χαρώνδα, νομοθέτη της Κατάνης. Σε αυτόν αποδίδονται νόμοι σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές, την υποχρεωτική συμμετοχή των πολιτών στα δικαστικά όργανα, καθώς και για πρώτη φορά η πρόβλεψη ποινικής δίωξης σε περίπτωση ψευδομαρτυρίας. Η διαδικασία αυτή ονομαζόταν επίσκεψις.

Oι περιπτώσεις του Ζάλευκου και του Χαρώνδα αφορούν νομοθεσίες που σχετίζονται με την ίδρυση μίας νέας πόλης. Αλλες παλαιότερες πόλεις ζητούσαν τη βοήθεια ενός νομοθέτη κυρίως όταν αντιμετώπιζαν κοινωνικές εντάσεις. Έτσι ο Πιττακός, γνωστότερος από κατοπινές πηγές ως ένας από τους επτά σοφούς, ορίστηκε αισυμνήτης στη Μυτιλήνη, αξίωμα για το οποίο δεν ξέρουμε πολλά. Στην προκειμένη περίπτωση όμως φαίνεται πως αντιστοιχούσε σε εξουσία τυράννου με διάρκεια δέκα χρόνων. Συχνά ο νομοθέτης έπρεπε να παίξει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα σε συγκρουόμενες κοινωνικές τάξεις και αποκαλούνταν καταρτιστήρ ή διαλλάκτης, όπως για παράδειγμα ο Δημώναξ στην Κυρήνη, ο Αρίσταρχος στην Έφεσο και ο Σόλων στην Αθήνα (Ηρόδοτος, Ιστορίαι 4. 161).

Δεν ήταν ωστόσο σπάνιο το φαινόμενο να προτιμάται για νομοθέτης κάποιος ξένος προς την πόλη, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αμεροληψία. Ο Δημώναξ, για παράδειγμα, καταγόταν από τη Μαντίνεια και ο Αρίσταρχος από την Αθήνα. Αντίστοιχα, κάποιος Ανδρομάδας από το Ρήγιο έγραψε νόμους για μία άγνωστη πόλη της Χαλκιδικής και ο Φιλόλαος από την Κόρινθο νομοθέτησε στη Θήβα. Για το έργο άλλων νομοθετών είναι γνωστά μόνον αποσπασματικά στοιχεία: ο Αριστείδης από την Κέα νομοθέτησε σχετικά με την ευκοσμία των γυναικών, ενώ ο Φείδων από την Κόρινθο και ο Φαλέας από τη Χαλκηδόνα σχετικά με τον αριθμό και την έκταση των κτημάτων.

Δημόσιο Δίκαιο

Στο δημόσιο δίκαιο υπάγονται κυρίως όλες οι ρυθμίσεις σχετικά με τους πολιτειακούς θεσμούς, την κατανομή και την άσκηση της εξουσίας. Οι αρμοδιότητες της Εκκλησίας, η λειτουργία της Βουλής, οι εξουσίες των πρυτάνεων, ο έλεγχος των αρχόντων και των στρατηγών, η σύσταση και η λειτουργία των δικαστηρίων είναι οι σπουδαιότερες από αυτές τις ρυθμίσεις.

Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι θεσμοί που έλεγχαν τη νομοθετική δραστηριότητα, τα μέτρα προστασίας του νομοθετικού συστήματος και γενικότερα οι δικονομικές ρυθμίσεις. Στην ίδια κατηγορία ανήκαν και θεσμοί όπως ο οστρακισμός και η δοκιμασία.

Οι κατηγορίες που με σύγχρονους όρους θα ονομάζαμε εμπράγματο και ενοχικό δίκαιο εξετάζονται σε συνάφεια με το δημόσιο δίκαιο, από το οποίο εν μέρει εξαρτιόνταν. αλλωστε οι παρεμβάσεις της πόλης ήταν συχνές και δυναμικές. Το ενοχικό δίκαιο περιλαμβάνει εκούσιες και ακούσιες σχέσεις.

Τέλος, το λεγόμενο σήμερα ποινικό δίκαιο πέρασε στη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου από την έννοια της προσωπικής ή οικογενειακής αντεκδίκησης στον έλεγχο της πόλης, η οποία καθόρισε κυρώσεις και ποινές καθώς και τον τρόπο επιβολής του.


Ιδιωτικό Δίκαιο

Το αττικό ιδιωτικό δίκαιο στηριζόταν εξ ολοκλήρου στην έννοια του οίκου, ο οποίος αναφέρεται σε έναν απλό και συνάμα εύστοχο ορισμό του ως "ένα σύνολο προσώπων, πραγμάτων και θρησκευτικών συνηθειών". Ο οίκος υπόκειται σε ένα δίκαιο εντελώς ξεχωριστό από εκείνο της πόλης. Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο ήταν ο πολίτης, ο οποίος εκτός από ενεργό μέλος των θεσμών της πόλης ήταν και η κεφαλή του οίκου στον οποίο ανήκε.

Η πόλη, ωστόσο, δεν ήταν αδιάφορη για όσα συνέβαιναν στον οίκο. Αντιμετώπιζε τον επικεφαλής της οικογένειας ως κύριο και διαχειριστή της περιουσίας της, η οποία όμως αποτελούσε ταυτόχρονα και το αντικείμενο συγκυριότητας με τα υπόλοιπα μέλη. Γι' αυτό άλλωστε η πόλη διατηρούσε το δικαίωμα να επεμβαίνει σε περιπτώσεις που το ιδιοκτησιακό καθεστώς διαταρασσόταν, να καθορίζει τις κληρονομικές ρυθμίσεις και να διατηρεί κάποιον έλεγχο στο γάμο και στο διαζύγιο. Στενότερος ήταν ο έλεγχος για την είσοδο με υιοθεσία κάποιου νέου μέλους στον οίκο, αλλά και για τη μεταβίβαση της περιουσίας μέσω διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Ειδικές διατάξεις προέβλεπαν την περίπτωση που ο πολίτης δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του προς τα μέλη του οίκου του. Το μέσο με το οποίο εξασφαλιζόταν η δυνατότητα παρέμβασης ήταν η γραφή κακώσεως, μία μήνυση δηλαδή που μπορούσε να καταθέσει οποιοσδήποτε τρίτος εναντίον του οικογενειάρχη για παραβίαση των δικαιωμάτων των οικείων του. Επιπλέον, η γραφή ασεβείας επέτρεπε να μηνυθεί όποιος δε μεριμνούσε για την τιμωρία φόνου που είχε συμβεί στην οικογένειά του.

Καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση των ρυθμίσεων του οικογενειακού δικαίου ήταν ο όρος αγχιστεία. Η αγχιστεία περιελάμβανε όλες τις σχέσεις που δημιουργούνταν στα όρια της νόμιμης οικογένειας και προσδιόριζε τη συγγένεια και τους βαθμούς της, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό σε πολλές περιπτώσεις όπως είναι η κληρονομιά, η διεκδίκηση επικλήρου και η δίκη φόνου. Περιελάμβανε μέχρι και τα παιδιά των πρώτων εξαδέλφων, δηλαδή και τους συγγενείς πέμπτου βαθμού.

Η Μάχη των Πρωταθλητών (546 π.Χ.)




547 ΠΧ . Οι Σπαρτιάτες, έχοντας ήδη αποσπάσει από το Άργος την ισχυρότερη σύμμαχό του, την Τεγέα, εν συνεχεία αποσπούν τα Κύθηρα και τη νότιο Κυνουρία και, τέλος την Θυρεάτιδα, η απώλεια της οποίας θα αποτελέσει βαρύτατο οικονομικό πλήγμα για το Άργος, το οποίο κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Σπάρτης.


Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ «ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΩΝ» 546 π.Χ.

546 ΠΧ Στη σύγκρουση που θα έκρινε το νέο πόλεμο, έχουμε ένα συγκλονιστικό ιστορικό γεγονός που αποδεικνύει την αξία που απέδιδε η Σπάρτη στις έννοιες της Τιμής, της Πίστεως και της Αξιοπρέπειας. Προς αποφυγή ασκόπου αιματοχυσίας, οι δύο στρατοί συμφωνούν να πολεμήσουν από την κάθε πλευρά μόνον 300 επίλεκτοι οπλίτες («Λογάδες») και το υπόλοιπο των στρατών να αποτραβηχτεί στις πατρίδες τους. Η σύγκρουση των δύο επιλέκτων σωμάτων, με επικεφαλής τον Σπαρτιάτη Οθρυάδη και τον Αργείο Θέρσανδρο, ορίζεται και πραγματοποιείται στην τοποθεσία Πάρπαρο. Στην άγρια μάχη που ακολουθεί έως την άφιξη της νυκτός, φονεύονται πάντες πλην τριών μόνον οπλιτών, δύο Αργείων (του Αλκήνωρος και του Χρομίου) και του τραυματισθέντος σοβαρά Σπαρτιάτου αρχηγού Οθρυάδου.


Οι Αλκήνωρ και Χρόμιος, θεωρώντας ότι είναι οι μόνοι ζωντανοί, φεύγουν από το πεδίο της μάχης για να ανακοινώσουν τη νίκη τους στο Άργος, αλλά ο Οθρυάδης, συγκεντρώνει τις δυνάμεις του, σηκώνεται όρθιος, εκδύει τα σώματα των νεκρών Αργείων και με τον οπλισμό τους υψώνει Τρόπαιο, πάνω στο οποίο γράφει με το αίμα του«(Λακεδαιμόνιοι ) Κατ’ Αργείων» (σύμφωνα με τον Λουκιανό και το Ανθολόγιο Στοβαίου) ή «(Λακεδαιμόνιοι) Διί Τροπαιούχωι» (σύμφωνα με τον Πλούταρχο), και ξεψυχάει δίπλα στους 299 νεκρούς συμπολεμιστές του. Μόλις θα φθάσουν στο πεδίο της μάχης οι δύο στρατοί, το επόμενο πρωϊ, για να διαπιστώσουν το αποτέλεσμα, η νίκη αμφισβητείται και από τις δύο πλευρές και από λόγο σε λόγο οι δύο πλευρές έρχονται σε κανονική σύγκρουση. Μετά από αιματηρό αγώνα νικούν οι Σπαρτιάτες και η Θυρέα οριστικά δίδεται στην πόλη τους.


Αντίθετα από τον Ηρόδοτο που θέλει τον αρχηγό των Σπαρτιατών Οθρυάδη να έχει αυτοκτονήσει μετά την ύψωση του Τροπαίου, μη θέλοντας να επιστρέψει ζωντανός στην Σπάρτη όταν όλοι οι συλλοχίτες του είχαν φονευθεί, η παράδοση των Αργείων τον θέλει θανασίμως τραυματισθέντα υπό του Περιλάου, τον οποίο μάλιστα ετίμησαν οι Αργείοι, όπως διασώζει ο Παυσανίας (2, 20, 6), με ανδριάντα του στο Θέατρο της πόλεως. Η εκδοχή των Αργείων φαίνεται αληθεστέρα, δεδομένου ότι δεν θα άφηναν ποτέ ζωντανό οι δύο Αργείοι τον αρχηγό των αντιπάλων τους, άρα είναι λογικό να έχει ανασηκωθεί ο τελευταίος, τραυματισμένος σοβαρά, μέσα από νεκρά κορμιά, “αμικλάστοις δόρασι επερειδόμενος” όπως γράφει ο Πλούταρχος στα “Ηθικά” του, δηλαδή στηριζόμενος σε σπασμένα δόρατα, όταν απεχώρησαν οι επιζήσαντες δύο πολεμιστές του Άργους από το πεδίο της μάχης για να αναγγείλουν τη νίκη τους στην πατρίδα τους.



Προς ανάμνηση αυτής της μάχης σώζονται επιγραφές, όπως η ακόλουθη:


ΖΕΥ ΠΑΤΕΡ, ΟΘΡΥΑΔΑ ΤΙΝΑ

ΦΕΡΕΤΡΟΝ ΕΔΡΑΚΕΣ ΑΛΛΟΝ ΟΣ ΜΟΝΟΣ

ΕΚ ΘΥΡΕΑΣ ΟΥΚ ΗΘΕΛΗΣΕ ΜΟΛΕΙΝ

ΠΑΤΡΙΔΑ ΕΠΙ ΣΠΑΡΤΗΝ ΔΙΑ ΔΕ

ΞΙΦΟΣ ΗΛΑΣΕ ΠΛΕΥΡΑΝ ΔΟΥΛΑ

ΚΑΤΑΓΡΑΨΑΣ ΣΚΥΛΑΣ

ΚΑΤ’ΙΝΑΧΙΔΩΝ (δηλ. Αργείων).


Η Σπάρτη πλέον θα ελέγχει μία μεγάλη έκταση 8.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων, που αντιστοιχεί στα 2/5 της Πελοποννήσου. Οι Αργείοι ξυρίζουν σε ένδειξη πένθους το κεφάλι τους και ορκίζονται να μην αφήσουν ξανά μακριά μαλλιά, μήτε οι γυναίκες τους να φορέσουν κοσμήματα χρυσά έως ότου επανακτηθεί η Θυρεάτις. Αντιθέτως, οι Σπαρτιάτες καθιερώνουν έκτοτε τα υπερβολικώς μακριά μαλλιά σε ανάμνηση της μεγάλης νίκης τους επί των Αργείων και ενσωματώνουν στη μνήμη τών εν Θυρέα πεσόντων και του Οθρυάδου και προς τιμήν του Θεού Απόλλωνος Καρνείου, μέσα στους ανά έτος εορτασμούς των «Γυμνοπαιδιών» ανδρικούς χορούς κατά την τελευταία ημέρα των εορτών στον χώρο του Θεάτρου της πόλεως. Οι χορευτές Σπαρτιάτες πολεμιστές, γυμνόποδες και με μακριά μαλλιά (σε υπενθύμιση του όρκου των αντιπάλων τους να μην αφήσουν μακρυά τα μαλλιά τους και να μη ξαναφορέσουν οι Αργείες γυναίκες χρυσά κοσμήματα αν δεν ανακτήσουν την Κυνουρία) προσφέρουν με το τέλος των εορτασμών σπονδή στους Θεούς και στην ψυχή του ήρωος Οθρυάδου, ενώ οι τελετές αυτές συνδυάζονται χρονικώς με άλλη, μικρότερη εορτή, τουλάχιστον έως το 370 όπου απωλέσθη η Θυρεάτις, τα λεγόμενα “Παρπαρώνεια”, στην ακριβή τοποθεσία που διεξήχθη η αιματηρή μάχη (Πάρπαρος).


"Ο ΣΠΑΡΤΙΑΤΗΣ ΟΘΡΥΑΔΗΣ ΘΝΗΣΚΩΝ" - Johan Tobias Sergel (1740-1814), Μουσείο Λούβρου


Στους δικούς μας καιρούς, 30 και πλέον συγγραφείς, Έλληνες και ξένοι, έχουν υμνήσει την ανδρεία του Οθρυάδου, ο δε ποιητής Αρίστος Καμπάνης (1883-1956), συνέγραψε γι’αυτόν το παρακάτω ποίημα, με τίτλο "Τρόπαιον":

«Απ' την αυγή πολέμααν ως το δείλι,
στης πολυζήλευτης Θυρέας τον κάμπο,
οι Αργείοι με τους Σπαρτιάτες
και το αίμα το νεοχλόιστον επότιζε το χώμα.
Κι όταν ο ήλιος έπεσε στα ρείθρα του Ωκεανού πατρός,
να ξεκουράσει απ' την τόση τα μάτια του τη φρίκη,
Αργείος δεν ανάσαινε κανένας,
κι απ' τους Σπαρτιάτες τρεις μονάχα
ανάμεσ' απ' τους νεκρούς συντρόφους των
επρόσμεναν το θάνατο, που δε θ' αργούσε.
Κι ήρθεν η άλλη αυγή, κι ήρθεν ο ήλιος,
ήρθε να πήξει τα αίματα και να λαμπρύνει
τον ηρεμαίο το θάνατο ηρώων τόσων
στον κάμπο το πολύχλοο της Θηρέας.
Κι από τους τρεις μόνον ένας απ’τους Σπαρτιάτες
αργοσάλευε μες απ' τα κουφάρια.
Το αίμα του τ'αργόπινε το χώμα,
ενείρονταν τα Ηλύσια και το πλήθος
το ηρωικό των Ηρακλειδών προγόνων...
Και καθώς αντιχτύπησε στο πρόσωπό του το φέγγος,
άθροισεν ο νιος τη δύναμή του τη λίγη.
ορθοτινάχτηκε, κι η κόμη ανέμισέ του στην αύρα της ημέρας.
Το στηθοβόρον, έπνιξε τον πόνο,
το πολέμιον αιχμηρό βγάζει βέλος
που τον είχε τρυπήσει το γυμνίτη
και κοιτώντας τριγύρω, ω τι τρομάρα,
νεκρούς τους εχθρούς ξάνοιξε και τους Σπαρτιάτες,
και νικητής ελόγιασε πως ήτον
της πολυαίμακτης μάχης στη Θυρέα.
Μ' όσην είχε ζωή ο Οθράδης,
απ' τους Αργείους ανάμεσα και τους Σπαρτιάτες,
λίθο μεγάλο εστύλωσε.
Κατόπι αφού βούτηξε στο αίμα του το ξίφος,
"Ενίκησαν οι Σπαρτιάτες", γράφει.
Έπειτα πέφτει για να κοιμηθεί τον ύπνο,
Πού 'χαν υπνώσει οι σύντροφοι και οι εχθροί του».



Πηγή: Από το βιβλίο του Βλάση Γ. Ρασσιά: "Επίτομος Ιστορία των Σπαρτιατών".

Σημ 1 - Ο Πλούταρχος αργότερα θα ισχυριστεί ότι ο λόγος που οι Σπαρτιάτες άφηναν μακριά μαλλιά δεν ήταν λόγω αυτής της μάχης, αλλά ήταν το ύφος της εποχής.

Σημ 2 - Οι εορτές για την μάχη των Αργείων με τους Σπαρτιάτες ίσως να μην συνδέεται την μάχη αλλά πιθανά είναι παλιότερη

Το "κύκνειο άσμα" του Περικλή - Θουκυδίδης


ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ
ΘΟΥΚ 2.59.1–2.64.6
Ενώ η Αθήνα μαστιζόταν από τον λοιμό , οι Πελοποννήσιοι εισέβαλαν για δεύτερη φορά στην Αττική και προχωρώντας νότια λεηλάτησαν την περιοχή του Λαυρίου. Οι Αθηναίοι με τη σειρά τους λεηλάτησαν την Επίδαυρο και παραλιακές πόλεις της Πελοποννήσου, απέτυχαν, ωστόσο, να βοηθήσουν ουσιαστικά όσους πολιορκούσαν την Ποτίδαια, καθώς οι στρατιώτες που στάλθηκαν εκεί μετέδωσαν στους συμπολεμιστές τους την ασθένεια. Σε αυτό το σημείο ο ιστορικός αφηγείται το "κύκνειο άσμα" του Περικλή.

[2.59.1] Μετά τη δεύτερη εισβολή των Πελοποννησίων, καθώς και η γη τους ήταν ρημαγμένη και η αρρώστια τούς θέριζε μαζί με τον πόλεμο, είχε αλλάξει η διάθεση των Αθηναίων [2.59.2] κι από τη μια μεριά κατηγορούσαν τον Περικλή γιατί τους έκανε να μπούνε στον πόλεμο, κ' έφταιγε αυτός για τις συμφορές που είχαν πέσει, κι από την άλλη έκλιναν να κάνουν υποχωρήσεις προς τους Λακεδαιμονίους· και τους έστειλαν κάτι αντιπροσώπους, αλλά δεν έφεραν αποτέλεσμα. Και μη βρίσκοντας διέξοδο από πουθενά καθώς τα συλλογίζονταν όλ' αυτά, εχτρεύονταν τον Περικλή περισσότερο. [2.59.3] Αυτός, βλέποντάς τους ν' αγανακτούνε και να βαρυγκομούν για όλα όσα είχε ο ίδιος υπόψη του πως θα συνέβαιναν, κάλεσε σύναξη του λαού (γιατί ήταν ακόμα στρατηγός) θέλοντας να τους εγκαρδιώσει και να μαλακώσει την οργισμένη τους διάθεση, και συνάμα να τους βγάλει από την ψυχή τους το μεγάλο τους φόβο· και πρόβαλε στο βήμα και είπε απάνω–κάτω τα ακόλουθα.

[2.60.1] «Περίμενα τα αισθήματα του θυμού σας ενάντιά μου (γιατί νιώθω καλά τις αιτίες), και γι' αυτό το λόγο κάλεσα τη σύναξη για να σας θυμίσω και να σας μαλώσω αν είτε άδικα αγαναχτείτε μαζί μου, είτε υπερβολικά σας λύγισαν οι συμφορές. [2.60.2] Εγώ δηλαδή θεωρώ πως όταν η πολιτεία στο σύνολό της βρίσκεται σε καλή κατάσταση, ωφελεί κάθε πολίτη περισσότερο παρά όταν ευημερεί σχετικά με τον κάθε πολίτη της, όμως η πολιτεία όλη μαζί παίρνει τον κατήφορο. [2.60.3] Γιατί ένας άντρας ευκατάστατος σχετικά με τις δικές του υποθέσεις, αν καταστραφεί η πατρίδα του, δε χάνεται λιγότερο κι ο ίδιος· αν όμως κακοτυχήσει σε πολιτεία που ακμάζει, είναι πολύ πιο πιθανό να σωθεί. [2.60.4] Αφού λοιπόν η πολιτεία μεν μπορεί ν' ανεβαστάξει τις δυστυχίες του κάθε πολίτη, ο καθένας όμως χωριστά δεν μπορεί ν' ανεβαστάξει τις δικές της, πώς μπορεί να μην το θεωρήσουν όλοι χρέος τους να τη συντρίψουν, και να μην κάνουν ό,τι κάνετε τώρα σεις, που, χτυπημένοι από τις συμφορές του σπιτιού σας είστε έτοιμοι να παρατήσετε τη σωτηρία του συνόλου, και ρίχνετε την αιτία, τόσο σε μένα που σας ορμήνεψα να πολεμήσετε, όσο και στον εαυτό σας, που συμφωνήσατε μαζί μου, και πήρατε την απόφαση; [2.60.5] Κι όμως τα βάζετε με μένα, άντρα παράξιο, που, νομίζω, δεν είμαι χειρότερος από κανένα τόσο στο να διακρίνω τι χρειάζεται σε κάθε περίσταση, όσο ανώτερος από κάθε πειρασμό κέρδους και να σας τα αναπτύξω καθώς πρέπει, και είμαι αφοσιωμένος στην πολιτεία και απολύτως αδέκαστος. [2.60.6] Γιατί εκείνος που τα καταλαβαίνει και δεν μπορεί να τα εξηγήσει καθαρά είναι στην ίδια μοίρα με όσους ούτε τα βάζουνε στο νου τους· κι όποιος, έχοντας και τις δυο ικανότητες, όμως δεν έχει καλή προαίρεση προς την πολιτεία δε θα μιλήσει με την ίδιαν έγνοια για τις δουλειές της σα να 'τανε δικές του· αλλ' αν έχει ακόμα κι αυτό, αν αγαπάει δηλαδή την πολιτεία, αλλά δεν μπορεί ν' αντισταθεί στον πειρασμό του κέρδους, θα πουληθούν απ' αυτόν όλα για το ένα τούτο. [2.60.7] Ώστε αν, νομίζοντας πως έχω ολ' αυτά τα προσόντα περισσότερο από άλλους έστω και σε μέτριο βαθμό, πειστήκατε στα λόγια μου κι αποφασίσατε να πολεμήσετε, δε θα ήτανε λογικό να 'χω τώρα την κατακραυγή πως έπραξα άδικα.

[2.61.1] »Γιατί όσοι μπορούν να διαλέξουν ενώ πηγαίνουν όλα τ' άλλα καλά, θα ήταν ανόητοι αν διάλεγαν τον πόλεμο· αφού όμως ήταν ανάγκη ή ευθύς να υποχωρήσομε στους ξένους και να τους υποδουλωθούμε, ή να αναλάβομε τον κίντυνο και να νικήσομε, όποιος θέλει ν' αποφύγει τον κίντυνο αξίζει να κατηγορηθεί περισσότερο από κείνον που στέκεται να τον αντιμετωπίσει. [2.61.2] Όσο για μένα, είμαι πάντα ο ίδιος, και δεν το κουνώ από την άποψή μου· εσείς όμως αλλάξατε, γιατί έτυχε, όταν δεχτήκατε τα λόγια μου να μην έχετε πάθει ακόμα τίποτα, αλλ' άμα κακοπάθατε μετανιώσατε και τα επιχειρήματά μου, τώρα που εξασθένησε το φρόνημά σας δε σας φαίνονται πια σωστά. Γιατί κείνο που σας βασανίζει είναι αδιάκοπα αισθητό, αλλά την καθαρή απόδειξη της ωφέλειας από τον πόλεμο δεν μπορεί να την πιστέψει κανείς, κ' επειδή άλλαξαν τα πράματα πολύ προς το χειρότερο, και μάλιστα σε μικρό χρονικό διάστημα, έχει καταπέσει η ψυχική σας διάθεση να εξακολουθήσετε να υπομένετε για κείνα που αποφασίσατε. [2.61.3] Γιατί το ξαφνικό και απροσδόκητο κακό, και κείνο που συμβαίνει ενάντια σε κάθε λογική εικασία, υποδουλώνει το νου των ανθρώπων. Κι αυτό ακριβώς σας προκάλεσε κοντά στ' άλλα, και κατά μεγάλο μέρος, η αρρώστεια. [2.61.4] Όμως εσείς, πολίτες μιας μεγάλης πολιτείας, κι αναθρεμμένοι με συνήθειες ανάλογες μ' αυτήν, χρέος έχετε και πρόθυμοι να είστε να υπομένετε τις πιο μεγάλες συμφορές, και να μην εξευτελίσετε την αξίωση του μεγαλείου της, (γιατί το ίδιο φαίνεται να καταφρονούν οι άνθρωποι τόσο εκείνον που από νωθρή δειλία πέφτει πιο κάτω από τη φήμη που επικρατεί γι' αυτόν, όσο και να μισούν όποιον ορέγεται με αναίδεια μεγαλύτερη φήμη απ' ό,τι του ταιριάζει), αλλά παραμερίζοντας τον πόνο για τις προσωπικές σας συμφορές, να καταπιαστείτε να σώσετε την πολιτεία.

[2.62.1] »Όσο τώρα για τους μόχτους και τις θυσίες του πολέμου, μην παραπληθύνουν και πάλι δεν ωφελήσουν για να νικήσομε, θα 'πρεπε να σας φτάνουν οι αποδείξεις που πολλές φορές προτήτερα σας έδωσα πως δεν είναι σωστό να υποψιάζεστε κάτι τέτοιο. Θα σας πω όμως τώρα και το εξής σχετικά με το μεγαλείο της ηγεμονίας μας, που μου φαίνεται πως ούτε σεις οι ίδιοι το βάλατε ποτέ, ως τώρα στο νου σας πως το έχετε, ούτ' εγώ το ανέφερα στους περασμένους μου λόγους, κι ούτε τώρα θα το μεταχειριζόμουν, γιατί μοιάζει πολύ ρητορικό και καυχησιάρικο, αν δε σας έβλεπα τόσο καταθλιμμένους, πέρ' απ' όσο δικαιολογείται λογικά. [2.62.2] Εσείς δηλαδή νομίζετε βέβαια πως είστε άρχοντες μόνο των συμμάχων σας· εγώ όμως ισχυρίζομαι ― και αποδείχνω πως από τα δυο μέρη του κόσμου πού είναι μπορετό να χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος, δηλαδή τη γη και τη θάλασσα, είστε σεις απόλυτοι κύριοι του ενός, σε όσην έκταση την εκμεταλλεύεστε τώρα, κι αν θελήσετε, ακόμα μακρύτερα και δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να σας εμποδίσει, με το ναυτικό που έχομε τώρα, να πάτε οπουδήποτε, ούτε ο Μεγάλος Βασιλιάς, ούτε κανένα άλλο κράτος απ' όσα υπάρχουν σήμερα, [2.62.3] ώστε η δύναμη αυτή δεν αναμετριέται με τη χρεία των σπιτιών και των χτημάτων σας, που τώρα νομίζετε πως χάσατε μεγάλα πράματα που τα στερηθήκατε· ώστε δεν είναι λογικό να βαρυγκομάτε γι' αυτά τώρα, παρά να τ' αψηφίσετε, θεωρώντας τα σα κηπαράκι, ή μικρό στολίδι του πλούτου μας αν τα συγκρίνετε μ' αυτή τη δύναμη· και να καταλάβετε πως η ελευθερία, αν τη σώσομε με την αφοσίωσή μας σ' αυτήν, εύκολα θα σας τα ξαναποχτήσει ολ' αυτά, για κείνους όμως που υποδουλώνονται σε ξένους, εύκολα ξεπέφτουν και χάνονται και όσα είχαν προτήτερα. Αποφασίστε λοιπόν να μη φανείτε κατώτεροι, κι από τις δυο πλευρές, από τους πατέρες σας, που τ' απόχτησαν αυτά με κόπους και θυσίες και δεν τα βρήκαν έτοιμα από άλλους, κι ακόμα τα διατήρησαν και σας τα κληροδότησαν (γιατί είναι μεγαλύτερη ντροπή να του παίρνουν κανενός αυτά που έχει, παρά ν' αποτύχει στην προσπάθεια ν' αποχτήσει καινούργια πλεονεχτήματα) και να πολεμήσετε τους εχτρούς όλοι μαζί όχι μόνο με υψηλό το φρόνημα, μα και με καταφρόνεση γι' αυτούς από την ανωτερότητά σας. [2.62.4] Γιατί κ' ένας άναντρος ακόμα, αν τυχόν πετύχει η βλακεία του, μπορεί να το καυχηθεί, καταφρονεί όμως τον εχτρό όποιος έχει ενσυνείδητη πεποίθηση πως είναι ανώτερός του, πράμα που αληθεύει για σας. [2.62.5] Κι όταν οι πιθανότητες είναι ίσες, η συναίσθηση της αξίας του που κάνει τον άνθρωπο περήφανο του στερεώνει την τόλμη, και στηρίζεται λιγότερο στην αόριστην ελπίδα που παίρνει δύναμη όταν λείπει κάθε άλλη διέξοδος, παρά στην έγκυρη γνώση των όσων έχει, που απ' αυτή μπορεί πιο σίγουρα να προβλέψει το μέλλον.

[2.63.1] »Και είναι φυσικό να θέλετε να διαφεντέψετε τις τιμές που έχει η πολιτεία σας, αρχόντισσα των άλλων, και που τις χαίρεστε όλοι, και να μην αποφεύγετε τις θυσίες, ειδ' άλλως να μην επιδιώκετε και τις τιμές. Και μη νομίζετε πως αγωνίζεστε για ένα πράμα μόνο, την ελευθερία ή την υποδούλωση, αλλά και για τη στέρηση της ηγεμονίας σας, και για τους κιντύνους που θα φέρει το μίσος που προελκύσατε εξ αιτίας της εξουσίας αυτής. [2.63.2] Κι ούτε μπορείτε πια να παραιτηθείτε απ' αυτήν, αν τυχόν κανείς από το φόβο του, την κρίσιμη τούτην ώρα, κάνει το σπουδαίο προτείνοντάς το από δειλία, για ν' απαλλαγεί από τις ευθύνες. Γιατί κρατείτε τώρα την ηγεμονία σας σαν τυραννίδα, που φαίνεται άδικο να την πάρει κανείς, να την αφήσει όμως είναι επικίντυνο. [2.63.3]Τέτοιοι άνθρωποι, πολύ γρήγορα παρασύροντας και άλλους, θα έχαναντην πολιτεία τους, ακόμη κι αν είχαν κάπου αλλού αυτόνομη διοίκηση μόνοι τους· γιατί όσοι διστάζουνε μπρος στη δράση, δε σώζονται αν δε βρεθούνε δίπλα τους άλλοι, ενεργητικοί άνθρωποι, κι ούτε συμφέρει η απραξία σε πολιτεία ηγεμονική, παρά μόνο σε σκλαβωμένη, που μένει ασφαλισμένη στη δουλεία της.

[2.64.1] »Σεις όμως δεν πρέπει ούτε να παρασύρεστε από τέτοιους πολίτες ούτε να είστε αγαναχτισμένοι μαζί μου, αφού και σεις οι ίδιοι συμφωνήσατε με τη γνώμη μου ν' αναλάβετε τον πόλεμo, επειδή τώρα ήρθαν οι εχτροί κ' έπραξαν ό,τι ήταν επόμενο να πράξουν μια και δε θελήσατε να τους προσκυνήσετε, κ' επειδή προστέθηκε σ' αυτά και περ' απ' ό,τι περιμέναμε, τούτη η αρρώστεια, το μόνο πράμα απ' όλα που ξεπέρασε τις λογικές εικασίες μας. Και ξέρω πως εξ αιτίας της κατά μέγα μέρος με μισήσατε περισσότερο, άδικα, εξόν αν, κι όταν ευτυχήσετε σε κάτι χωρίς να το περιμένετε, το αποδώσετε κι αυτό σε μένα. [2.64.2] Χρέος έχομε όμως να υπομένομε με καρτερία κατ' ανάγκη όσα στέλνουν οι θεοί, και με παλληκαριά όσα μας κάνουν oι εχτροί. Γιατί έτσι συνειθίζει κι άλλοτε να φέρνεται η πολιτεία τούτη, κι ας μη σταματήσει τώρα από σας. [2.64.3] Συλλογιστείτε πως είναι πολυδοξασμένη σ' όλον τον κόσμο, γιατί δε λυγίζει από τις συμφορές, κ' έχει ξοδέψει πολλές ζωές και βάσανα στον πόλεμο κι απόχτησε την πιο μεγάλη δύναμη που στάθηκε ποτέ, που η θύμησή της θα μείνει αιώνια στους κατοπινούς, έστω κι αν κάποτε από δω κ' εμπρός υποστούμε κάποια μείωση (γιατί όλα όσα υπάρχουν έρχεται ώρα που ξεπέφτουν). Και θα θυμάται ο κόσμος πως Έλληνες εμείς, εξουσιάσαμε τους περισσότερους Έλληνες από κάθε άλλον, κι ανεβαστάξαμε τους πιο μεγάλους πολέμους και προς όλον τον κόσμο και προς πολλούς χωριστά, και πως φτιάξαμε και κατοικήσαμε την πιο μεγάλη και πλούσια σ' όλα πολιτεία. [2.64.4] Αν και σ' όλα τούτα, θα βρει ψεγάδι ο μισερός κι οκνός· μα όποιος θέλει κι αυτός κάτι να κατορθώσει θα επιδιώξει να κάνει το ίδιο, [2.64.5] κι όποιος δεν τα 'χει, θα τα φθονήσει. Κι' άλλοι πολλοί, όσοι θέλησαν να εξουσιάσουν άλλους ανθρώπους, έγιναν μισητοί και βαρείς στους άλλους· όποιος όμως σηκώνει το βάρος του φθόνου για τα πιο μεγάλα επιτεύγματα, αυτός στοχάζεται κι αποφασίζει σωστά. Γιατί το μίσος δεν κρατάει πολύ, αλλά το τρανό μεγαλείο τώρα και η δόξα στο μελλούμενο χρόνο μένουν να τα θυμούνται για πάντα. [2.64.6] Εσείς λοιπόν, ξέροντας πως και το μέλλον θα είναι λαμπρό, κι αποφασίζοντας να μην ντροπιαστείτε στην τωρινή στιγμή, κερδίστε και τα δυο με το άμεσο θαρρετό σας φρόνημα, και μη στέλνετε πια αντιπροσώπους ζητώντας να συνάψετε ειρήνη με τους Λακεδαιμονίους, και μη δείχνετε πως σας βασανίζουν οι τωρινές συμφορές, γιατί εκείνοι που ελάχιστα επηρεάζεται το ηθικό τους από τις εξωτερικές ταλαιπωρίες και που με δύναμη αντιστέκονται με τις πράξεις τους σ' αυτές, αυτοί είναι οι καλύτεροι και σαν πολιτεία όλοι μαζί απ' όλες,τις πολιτείες του κόσμου, και σαν άτομα από κάθε άλλον άνθρωπο».

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Πύθης του Ισχενόου ο Αιγινήτης

ένας γενναίος πολεμιστής εναντίον των Περσών
Η Περσία τον 5ο αιώνα π.Χ., ήταν ήδη μια αυτοκρατορία που είχε κάτω από το σκήπτρο της εκατοντάδες λαούς και μια έκταση εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Ο στρατός της αποτελούσε φόβητρο για όλους όσους δεν ήταν κάτω από την εξουσία της. Η περσική αυτοκρατορία είχε σαν σύνορο στα ανατολικά τον μεγάλο ποταμό Ινδό, στα νότια τον ινδικό ωκεανό και προς δυσμάς το Αιγαίο πέλαγος. Ο Ξέρξης, ο αυτοκράτορας της Περσικής αυτοκρατορίας, δέκα χρόνια αφότου ο πατέρας του Δαρείος ηττήθηκε μέσω των στρατηγών του Δάτη και Αρταφέρνη στην πεδιάδα του Μαραθώνα (490 π.Χ.) από τους Αθηναίους, αποφάσισε και αυτός να εκστρατεύσει εναντίον των απείθαρχων Ελλήνων για να τους τιμωρήσει. Στα 481 π.Χ., στην Κόρινθο, έγινε ένα πανελλήνιο συνέδριο όπου συγκεντρώθηκαν πρέσβεις από διάφορες πόλεις της Ελλάδας, για να συζητήσουν πώς θα αντιδρούσαν σε μια επίθεση των Περσών. Η απόφαση ήταν να αμυνθούν στις Θερμοπύλες και να φυλάξουν τα στενά της βόρειας Εύβοιας στην περιοχή του Αρτεμισίου.
Τρία από τα πλοία των Ελλήνων θα έκαναν περιπολία στην Σκιάθο για να προειδοποιήσουν τους υπόλοιπους Έλληνες αν τυχόν κατευθύνονταν προς το Αρτεμίσιο τα περσικά πλοία. Τα πλοία που περιπολούσαν στην Σκιάθο ήταν από την Τροιζήνα, Αθήνα και την Αίγινα. Ο περσικός στόλος ναυλοχούσε στην Θέρμη (περιοχή Θεσσαλονίκης), από εκεί έστειλαν τα 10 ταχύτερα πλοία με προορισμό την Σκιάθο. Εκεί συναντήθηκαν με τα τρία Ελληνικά πλοία, με τα ελληνικά πληρώματα να έχουν την εντολή να υποχωρήσουν και να μην εμπλακούν σε ναυμαχία.
Τα γοργά πλοία των Ελλήνων κατευθύνθηκαν προς το Αρτεμίσιο, οι Πέρσες όμως τους κατεδίωξαν με τα γρήγορα πλοία των συμμάχων τους. Στη διάρκεια της καταδίωξης αιχμαλώτισαν πρώτα το πλοίο της Τροιζήνας. Αφού το κατέλαβαν, διάλεξαν τον ομορφότερο άντρα από τους επιβάτες (πεζοναύτες) και τον πήγαν στην πλώρη του πλοίου. Εκεί τον έσφαξαν με ένα σπαθί, σαν μια θυσία στους θεούς τους. Τέτοιος ήταν ο πολιτισμός της Ασίας! Το θεώρησαν σαν έναν καλό οιωνό, αφού αυτός που συνέλαβαν πρώτος ήταν ωραιότατος στην μορφή.
Μετά πλησίασαν το πλοίο της Αίγινας έτοιμοι να το κυκλώσουν και να το αιχμαλωτίσουν. Σε εκείνο το πλοίο ήταν ως επιβάτης ο Πύθης, ο γιος του Ισχενόου. Οι Πέρσες κύκλωσαν το πλοίο και εφόρμησαν εναντίον των οπλιτών (επιβάτες). Οι Έλληνες με τα δόρατά τους και τις ασπίδες αντεπιτέθηκαν. Ο Πύθης χωρίς να υπολογίσει το πλήθος των Περσών, μάχονταν με προτεταμένο το δόρυ του και σώριαζε στο κατάστρωμα πολλά κορμιά Περσών. Οι Έλληνες αμύνονταν μ' όλη τους την δύναμη, αλλά οι Πέρσες, καθώς ήταν περισσότεροι κέρδιζαν την μάχη. Το δόρυ του Πύθη έσπασε πάνω σε έναν Πέρση και τότε χωρίς να χάσει χρόνο, γύμνωσε το ξίφος του, χτυπώντας μ' αυτό τους εχθρούς. Το πλοίο είχε μετατραπεί σε σφαγείο. Τα διαμελισμένα σώματα των ανδρών και το αίμα έκαναν την κατάσταση αποκρουστική. Οι περισσότεροι Έλληνες είχαν σκοτωθεί ή είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι, ενώ ο μόνος που αντιστεκόταν ακόμη ήταν ο Πύθης, παρά τα τραύματα που του είχαν προξενήσει οι Πέρσες. Ξίφη,ακόντια και βέλη τον χτυπούσαν απ' όλες σχεδόν τις κατευθύνσεις, αλλά αυτός παρέμενε όρθιος. Τον χτυπούσαν όλοι μαζί, ώσπου τα χτυπήματα ήταν τόσα πολλά που δεν άντεξε και σωριάστηκε στο κατακόκκινο από το αίμα κατάστρωμα.
Όλοι νόμιζαν πως το παλληκάρι ήταν νεκρό. Οι Πέρσες θαύμασαν τον Πύθη για την ανδρεία που επέδειξε απέναντι σε τόσους πολλούς αντιπάλους. Ο Πύθης όμως, ανέπνεε ακόμα και τότε οι Πέρσες έβαλαν σμύρνα για να γιατρέψουν τις πληγές του και περιποιήθηκαν τα τραύματά του, περιδένοντάς τα με λεπτά λινά υφάσματα. Ο Πύθης αν και ήταν σε κακή κατάσταση ζούσε.
Έτσι, τον πήγαν στο στρατόπεδό τους και διηγούνταν για την ανδρεία που επέδειξε αν και μόνος του εναντίον τους. Τον επιδείκνυαν σ' όλο το στράτευμα ως κάποιον αξιοθαύμαστο και τον περιποιήθηκαν, ενώ τους άλλους που συνέλαβαν ως αιχμάλωτους και τους συμπεριφέρονταν σαν δούλους. Δεν γνωρίζουμε τι απέγινε μετά ο γενναίος Πύθης, αλλά σίγουρα θα πέθανε σαν ένας ελεύθερος Έλληνας.